Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2017

Ο σπόρος και το σποράκι





Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας σπόρος σιταριού, λαμπερός, με υπέροχο κίτρινο χρώμα και άψογο, οβάλ σχήμα, με καταγωγή αριστοκρατική. Η μαμά του και ο μπαμπάς του ήταν δύο πολύ καλές και διάσημες ποικιλίες σιταριού. Ο σπόρος αυτός όταν θα φύτρωνε, θα έδινε ένα δυνατό, ψηλό και περήφανο φυτό σιταριού. 
Όπως το έσπειρε ο γεωργός, με την ειδική σπαρτική μηχανή, ο λαμπερός, με υπέροχο κίτρινο χρώμα και άψογο, οβάλ σχήμα σπόρος έπεσε δίπλα σε ένα σποράκι, μικρούλι και άσημο. Το χρώμα του ήταν ξεφτισμένο γκρι και το σχήμα του ήταν τόσο, μα τόσο παράξενο! Δεν μπορούσες να το πεις ούτε στρογγυλό, ούτε οβάλ, ούτε κυλινδρικό, αλλά ούτε και πυραμίδα. Ο σπόρος σαν το είδε στην αρχή αδιαφόρησε και δεν του έδωσε καθόλου προσοχή. Εξάλλου δεν έπρεπε να χάνει το χρόνο του για να μιλάει σε άγνωστα και άσημα σποράκια. Σκοπός της ζωής του ήταν να κρατήσει δυνάμεις και να φυτρώσει μαζί με τους άλλους συνομήλικους σπόρους. Ένα πρωί όμως ο σπόρος δεν άντεξε και του είπε:
-Εσύ σποράκι μικρό από πού ήρθες; Ποια είναι η καταγωγή σου; Ποια είναι η μαμά σου και ο μπαμπάς σου;
Το μικρό σποράκι δεν ήξερε τι να απαντήσει. Δεν θυμόταν καλά καλά τη μαμά του ούτε τον μπαμπά του κι έτσι του απάντησε στεναχωρημένο:
-Δεν θυμάμαι ποιος είναι ο μπαμπάς μου κι η μαμά μου, το μόνο που θυμάμαι είναι πως η μαμά μου, όπως φυσούσε ο άνεμος και με έπαιρνε μακριά της, με συμβούλεψε: «Σποράκι μου μικρό, να ταξιδέψεις σε μέρη μακρινά και να φυτρώσεις εκεί όπου εσύ θα επιλέξεις, μόνο να φροντίσεις στο μακρινό σου ταξίδι να κάνεις φίλους, φίλους αληθινούς που θα σε αγαπάνε».
-Φίλος; Τι θα πει φίλος; Εμένα κανένας δε μου μίλησε για φίλους. Δεν ξέρω τι σημαίνει φίλος, απάντησε ο λαμπερός, με υπέροχο κίτρινο χρώμα και άψογο οβάλ σχήμα σπόρος.
Το μικρό και άσημο σποράκι έμεινε άφωνο. Πρώτη φορά στη ζωή του είχε συναντήσει κάποιον που δεν είχε κάνει φίλους, που δεν ήξερε τι σημαίνει να έχεις φίλους.
-Δεν ξέρεις τι σημαίνει φίλος; Εγώ το μόνο που έχω σε αυτή τη ζωή είναι πολλοί και καλοί φίλοι. Από τότε που έφυγα από τη μαμά μου και με παρέσυρε ο άνεμος, έπεσα στο έδαφος. Από εκεί με πήρε ένα πουλί στο στόμα του και ταξιδεύαμε μαζί. Πετούσαμε ψηλά στον ουρανό και βλέπαμε βουνά, κοιλάδες, πεδιάδες, ποτάμια. Γίναμε φίλοι, φίλοι παντοτινοί. Όταν με άφησε στο χώμα, γνώρισα ένα σκιουράκι. Κόλλησα στο τρίχωμά του και μαζί πηδούσαμε από δένδρο σε δένδρο και από κλαδί σε κλαδί. Γίναμε φίλοι, φίλοι παντοτινοί. Έπειτα, όταν αποκολλήθηκα από το τρίχωμά του, το αποχαιρέτησα και γνώρισα ένα σκαθάρι, που με μετέφερε στη φωλιά του. Εκεί παίξαμε μαζί ώρες ατελείωτες. Γίναμε φίλοι, φίλοι παντοτινοί. Έφυγα όμως και από εκεί, όπως φύσηξε μια μέρα ένας αέρας δυνατός και παρέα με ένα ξερό φυλλαράκι πετούσαμε μια ψηλά και μια χαμηλά. Γίναμε αμέσως φίλοι, φίλοι παντοτινοί και στο τέλος έπεσα σε αυτό το σημείο δίπλα σε εσένα. Το φυλλαράκι συνέχισε το ταξίδι του, εγώ όμως έπρεπε να ξεκουραστώ για να φυτρώσω.
-Φίλος δηλαδή είναι αυτός που ταξιδεύεις μαζί του, που παίζεις, που έχεις κοινές εμπειρίες…, είπε δειλά ο σπόρος.
-Ακριβώς! 
-Εγώ όμως δεν έχω περιθώρια να γίνω φίλος με κανέναν. Οι εντολές που μας δώσανε είναι να κρατήσουμε όλη την ενέργειά μας για να φυτρώσουμε και να δώσουμε δυνατά φυτά σιταριού.
-Το να κάνεις κάποιον φίλο σου δεν σημαίνει πως θα κουραστείς. Το μόνο που χρειάζεται είναι να δώσεις αγάπη.  
-Αγάπη; Άλλο πάλι και τούτο. Τι σημαίνει αγάπη; ρώτησε ο σπόρος.
-Αγάπη σημαίνει να νοιάζεσαι και να φροντίζεις, να γελάς και να παίζεις με τον φίλο σου και να δακρύζεις όταν είναι λυπημένος.
-Μπορούμε λοιπόν να γίνουμε φίλοι; Θα ήθελα πριν φυτρώσω να έχω κάνει έστω και έναν φίλο, απάντησε ο σπόρος και αμέσως ένιωσε να φτεροκοπά η καρδιά του από αγάπη για το μικρό  κι άσημο σποράκι.
Οι σπόροι αγκαλιάστηκαν. Μίλησαν για τη ζωή τους πριν βρεθούν στον αγρό. Ο σπόρος είπε στο σποράκι πως οι επιστήμονες, έπειτα από πολλές πολλές προσπάθειες, δημιούργησαν τη βελτιωμένη ποικιλία σιταριού. Πως μαζί με αυτό βγήκαν πολλοί άλλοι σπόροι, πως οι άνθρωποι τους βάλανε σε σακούλες ειδικές, τις πουλήσανε στους αγρότες και αυτοί με τη σειρά τους μια μέρα τους ρίξανε όλους μαζί σε μια μεγάλη μηχανή, σπαρτική μηχανή την αποκαλούν οι άνθρωποι, και τους έσπειραν στον αγρό.
Στο σποράκι φάνηκαν πολύ παράξενα και πρωτόγνωρα όλα αυτά που άκουγε. Η ζωή του ήταν πιο απλή. Αφηγήθηκε στον σπόρο πως γεννήθηκε μετά τη γονιμοποίηση του άνθους της μαμάς του από τη γύρη του μπαμπά του, με τη βοήθεια του ανέμου. Δεν μεσολάβησαν επιστήμονες, εργοστάσια και μηχανές. Όλη τη ζωή του την πέρασε μέσα στη φύση, παρέα με τα ζώα και τα φυτά.
Τα σποράκια είπαν κι άλλα πολλά, είχαν γίνει πλέον φίλοι. Είχαν μοιραστεί τις αναμνήσεις τους και είχαν προσφέρει το ένα στο άλλο λίγη ζεστασιά. Κι αυτή η ζεστασιά έκανε τις κοτυληδόνες τους να ξεπροβάλλουν. Τα μικρά φυτάρια δεν άργησαν να ξεπροβάλλουν από το έδαφος. Ο λαμπερός, με άψογο οβάλ σχήμα και υπέροχο κίτρινο χρώμα σπόρος έδωσε ένα φυτό σιταριού όμοιο με πολλά άλλα. 
Το μικρό και άσημο σποράκι έδωσε ένα φυτό, από αυτά που οι αγρότες αποκαλούν ζιζάνια. Το φυτό αυτό δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο. Δεν ήταν ούτε μεγάλο ούτε μικρό, ούτε όμορφο ούτε άσχημο, δεν είχε ούτε μεγάλα φύλλα ούτε μακρύ βλαστό. Ήταν όμως ο φίλος του σιταριού. Τα άλλα σιταράκια το περιγελούσαν που δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο. Το σιτάρι όμως ήταν ο φίλος του και έτσι το ζιζάνιο δε στενοχωριόταν, είχε έναν φίλο να του συμπαραστέκεται και να το αγαπάει. 
Ο καιρός πέρασε και ήρθε η εποχή της ανθοφορίας. Τα μπουμπούκια φούσκωσαν και με τη ζεστασιά των ηλιαχτίδων άνοιξαν. Το άνθος του ζιζανίου ήταν μεγάλο και εντυπωσιακό, με ένα υπέροχο κόκκινο χρώμα και πέταλα αέρινα, διάφανα, που το έκανε να ξεχωρίζει στον σιταγρό. Το σιτάρι έδωσε το στάχυ του, ίδιο με το στάχυ των άλλων σιταριών.
Ο αγρότης που επισκεπτόταν καθημερινά τον αγρό του, διέκρινε το κόκκινο λουλούδι του ζιζανίου.
-Τι όμορφη παπαρούνα! θαύμασε.
Η  παπαρούνα παρέμεινε στον αγρό, με το σιτάρι να στέκει περήφανο δίπλα του. Ο άνεμος κουνούσε τα φύλλα τους και τα δύο φυτά χορεύανε στο ρυθμό του. Οι βλαστοί τους αγκαλιάζονταν και τα φυλλαράκια τους αγγίζονταν. Ο καιρός πέρασε γρήγορα και τα φυτά έδωσαν σπόρους. Η παπαρούνα και το σιτάρι, οι δύο φίλοι παντοτινοί, συμβούλεψαν με μια φωνή τα σποράκια τους:
-Σποράκια, να ταξιδέψετε σε μέρη μακρινά και να φυτρώσετε εκεί που θα επιλέξετε εσείς, μόνο να φροντίσετε στο μακρινό σας ταξίδι να κάνετε φίλους, φίλους αληθινούς. 
Κι ο αέρας τούς πήρε μακριά και τους ταξίδεψε σε άλλα μέρη, άγνωστα, όπου με τη σειρά τους θα φύτρωναν κι αυτά, για να δώσουν με τη σειρά τους ένα στάχυ και μία πανέμορφη, κατακόκκινη παπαρούνα. 






Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017

Άρνι, ένας μικρός Εσκιμώος



Μια φορά και έναν παγωμένο καιρό, σε μια χώρα μακρινή και παγωμένη, εκεί όπου οι πάγοι δεν λιώνουν ποτέ, ζούσε ένας μικρός Εσκιμώος, ο Άρνι, με τους γονείς του και τον μεγαλύτερο αδελφό του. Στη χώρα του, τη Γροιλανδία, η ζωή ήταν σκληρή και δύσκολη. Κατοικούσε σε ένα ιγκλού, λιτό, με προβιές στο πάτωμα, λίγα κουζινικά σκεύη και τα παιχνίδια του Άρνι, φτιαγμένα από κόκκαλα ψαριών και φαλαινών. Έπαιζε ώρες ατελείωτες ο μικρός δίπλα στη μαμά του, που έραβε ρούχα από δέρματα ζώων. Το βράδυ, όταν γυρνούσε ο μπαμπάς του με τον αδελφό του, κούρνιαζε στην αγκαλιά τους και άκουγε με γουρλωμένα μάτια τις ιστορίες που έλεγε ο αδελφός του από το κυνήγι της φώκιας. Οι ιστορίες ζωντάνευαν στο μυαλό του και φανταζόταν τον μεγάλο του αδελφό, δυνατό και γενναίο, να παλεύει και να βγαίνει νικητής. Αγωνιούσε να μεγαλώσει και αυτός και να  τους ακολουθήσει στο κυνήγι.

Τα χρόνια πέρασαν γρήγορα και ο Άρνι μεγάλωσε. Ο μπαμπάς του του ανακοίνωσε πως την επομένη θα τους συνόδευε στο κυνήγι. Ενθουσιάστηκε ο μικρός. Έβαλε στην άκρη τα παιχνίδια του, έτριψε τη μυτούλα του στη μύτη της μαμάς του και ξάπλωσε στην αγκαλιά της. Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκε. Φανταζόταν πως θα άνοιγε μια μεγάλη τρύπα στον πάγο, πως μια φώκια θα εμφανιζόταν με τα μεγάλα μουστάκια της και τα αμυγδαλωτά μάτια και μετά αυτός… μετά αυτός τι; Η σκέψη του σταματούσε εκεί. Το πρωί, αφού έφαγε ένα κομμάτι κρέας, φόρεσε το καινούριο πανωφόρι του και όλο καμάρι, ανέβηκε στο έλκηθρο. Τα χάσκι έτρεχαν γρήγορα, ο μπαμπάς με τον αδελφό του κοιτούσαν μπροστά, στον ορίζοντα. Για τον Άρνι ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Πρώτη φορά έφευγε από το ιγκλού και τη μαμά του. Παράξενη η αίσθηση της ελευθερίας. Ένιωθε να κατακτά τους πάγους, να διασχίζει την παγωμένη έρημο, να  ζει μια μεγάλη περιπέτεια.

Άφησε το βλέμμα του να ταξιδέψει μακριά και παρατήρησε μια πολική αρκούδα με τα δυο μικρά της. Έψαχνε και αυτή τροφή, μια τρύπα στον πάγο που θα είχαν αφήσει οι Εσκιμώοι. Όπως πλησίαζαν, αυτή άρχισε να τρέχει μαζί με τα μικρά της. Και τότε ο Άρνι σκέφτηκε πως και η δική του μαμά θα τον προστάτευε αν βρισκόταν κίνδυνο. «Οι άνθρωποι όμως δεν κινδυνεύουν από τίποτα» σκέφτηκε και άφησε το μυαλό του να τρέξει στις φάλαινες και τις φώκιες που σύντομα θα κυνηγούσαν.

Σύντομα το έλκηθρο σταμάτησε. Κατέβηκαν και οι τρεις και ο μπαμπάς με τον αδελφό του άρχισαν να χτυπάνε τον πάγο. Ο Άρνι παρατηρούσε. Άνοιξαν μια τρύπα και περίμεναν αμίλητοι. Μετά από λίγο εμφανίστηκε μια φώκια. Έβγαλε το κεφάλι της και ανέπνευσε αέρα. Τους κοίταξε με τα μεγάλα μάτια της και ο Άρνι ενθουσιάστηκε.

-Πόσο όμορφη είναι μπαμπά! Θαύμασε.

Η φωνή του έσπασε την σιωπή και η φώκια βούτηξε στο νερό.

-Δεν θα το ξανακάνεις αυτό, του είπε αυστηρά ο πατέρας του. Θα μπορούσα να την είχα σκοτώσει, συνέχισε. Θα είσαι σιωπηλός, εντάξει;

Ο Άρνι κατέβασε το κεφάλι του. «Αυτή την όμορφη φώκια θα σκότωνε ο μπαμπάς μου;» αναρωτήθηκε. Δεν είπε τίποτα. Η διάθεσή του άλλαξε, δεν ήθελε να παραμείνει στο κυνήγι. Ήθελε να φύγει, να τρέξει, να φωνάξει. Όμως παρέμεινε εκεί, ασάλευτος. Ο πατέρας του με τον αδελφό του έστεκαν με τα όπλα τους σε ετοιμότητα. Πρώτη φορά ο Άρνι έβλεπε τον πατέρα του και τον αδελφό τους να έχουν τόσο ψυχρό βλέμμα. Όταν γυρνούσαν τα βράδια στο ιγκλού η όψη τους ήταν γλυκιά, ζεστή, τώρα ήταν σοβαροί, αυστηροί, σκληροί. Ο Άρνι προσευχόταν να μην εμφανιστεί η φώκια ξανά. Μόνο που επικράτησε η προσευχή των μεγάλων και το ίδιο όμορφο καστανό πρόσωπο, με τα αμυγδαλωτά μάτια και τα μεγάλα μουστάκια έκανε την εμφάνισή του στην τρύπα του πάγου. Και λογικό ήταν. Η φώκια ήθελε να αναπνεύσει. Αν θα μπορούσε θα έβγαινε με τα μικρά της να παίξει μαζί τους. Για μια στιγμή ο Άρνι την κοίταξε. Έκλεισε τα μάτια, δεν ήθελε να είναι θεατής σε ό,τι θα συνέβαινε. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια και άκουσε ένα μπαμ. Η καρδιά του αναρρίγησε. Άραγε την πέτυχε το βόλι; Δεν ακούστηκε κραυγή. Ούτε όμως και το σφύριγμα της φώκιας. Συνέχιζε να κρατάει σφαλιστά τα μάτια του. Ήθελε να κλείσει και τα αυτιά του, να μην ακούει τίποτα και κανέναν. Άκουσε όμως τον αδελφό του που τον κάλεσε να τον βοηθήσει.  

-Μεγάλωσες Άρνι, έλα να φας το συκώτι, μην κάνεις σαν μωρό.

Ο Άρνι δεν πλησίασε, ούτε άνοιξε τα μάτια, ούτε έφαγε.

Το θήραμα φορτώθηκε στο έλκηθρο και πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Ο Άρνι κοιτούσε τώρα το τοπίο και όλα του φαίνονταν διαφορετικά. Έψαχνε με το βλέμμα του την πολική αρκούδα όμως δεν την βρήκε πουθενά. «Θα βρήκε άραγε τροφή να ταϊσει τα μικρά της;» αναρωτήθηκε. Κοιτούσε τον πατέρα του και τον αδελφό του που κάθονταν στα μπροστινά καθίσματα. Δικαιολόγησε την σκληρότητά τους γιατί μόνο με αυτόν τον τρόπο εξασφάλιζαν την επιβίωση τη δική του και της οικογένειας. Γιατί να μην υπήρχε ένας άλλος τρόπος να επιβιώσουν; Διέκρινε το ιγκλού στο βάθος. Μια πολική αρκούδα πλησίαζε μαζί με τα δυο μικρά της. Άκουσε τον πατέρα του που απευθύνθηκε στον αδελφό του. Ένιωσε μια αγωνία να κυριαρχεί και στους δυο. Τα χάσκι έτρεχαν πιο γρήγορα τώρα. Έπρεπε να προλάβουν. Η αρκούδα ήταν πεινασμένη, πλησίαζε επικίνδυνα το σπίτι τους. Μέσα θα ήταν η μητέρα του που θα έραβε αμέριμνη τα δέρματα ή θα ξάπλωνε να ξεκουραστεί. Ο πατέρας του φώναζε τα σκυλιά να τρέξουν ακόμη πιο γρήγορα. Διαισθάνθηκαν και αυτά τον κίνδυνο στη φωνή του αφεντικού τους και τρέχανε με όλες τους τις δυνάμεις. Η αρκούδα είχε μπει σχεδόν η μισή στο ιγκλού. Ήταν αδυνατισμένη από τη μακρόχρονη πείνα και μπορούσε να περάσει από το στενό άνοιγμα. Το έλκηθρο γλιστρούσε στον πάγο. Τα δευτερόλεπτα περνούσαν βασανιστικά αργά. Η απόσταση έμοιαζε τεράστια. Η αγωνία πάγωσε τα πρόσωπα και των τριών.

-Μαμά! Ακούστηκε η φωνή του μικρού Άρνι. Όχι τη μαμά μου, φώναξε δυνατά.

Το έλκηθρο έφτασε έξω από το ιγκλού. Ο πατέρας του κατέβηκε, ο μεγάλος αδελφός και ο Άρνι έμειναν αγκαλιασμένοι στο έλκηθρο. Πλησίασε με το όπλο οπλισμένο, μπήκε στο ιγκλού και μετά την εκπυρσοκρότηση η πολική αρκούδα κείτονταν νεκρή. Και η μαμά τους; είχε προλάβει να σωθεί από τα δόντια της πολικής αρκούδας;

-Άρνι, όπως βλέπεις η επιβίωσή μας είναι σκληρή. Αν αργούσαμε έστω και μισό λεπτό θα ήμασταν τώρα εμείς ορφανά, όχι αυτά τα δύο αρκουδάκια. Πρέπει να το καταλάβεις αυτό.  Και εγώ μικρός δεν ήμουν θαρραλέος, αναγκάστηκα όμως Άρνι, αναγκάστηκα να γίνω όπως θα αναγκαστείς και εσύ, του είπε ο αδελφός του και τον έσφιξε στην αγκαλιά του.

Ο Άρνι άκουγε σιωπηλός. Το καταλάβαινε, απλά ήταν ακόμη μικρός για να το δεχτεί. Κατέβηκαν και οι δυο από το έλκηθρο. Τα δυο μικρά αρκουδάκια τους κοιτούσαν στα μάτια. Δεν πρόλαβαν να φωνάξουν κάποιον να σώσει τη μαμά τους. Ο πατέρας τους έσυρε το πτώμα της μαμάς αρκούδας έξω από το ιγκλού. Την κοίταξαν τα μικρά της και έσκουξαν. Έμειναν δίπλα της κλαίγοντας σαν άνθρωποι. Τα κοιτούσε ο Άρνι και έκλαιγε και αυτός. Η μητέρα του Άρνι βγήκε και αγκάλιασε τα δυο παιδιά της.

-Άρνι, γλυκέ μου Άρνι, μην κλαις, τα δυο αρκουδάκια θα τα φροντίσουμε εμείς, τι λες;

Ο Άρνι συμφώνησε. Έτρεξε στο ιγκλού και έφερε κρέας φώκιας, όπως θα τους το έδινε η μητέρα τους. Τα χάιδεψε μάλιστα για λίγο, τα μίλησε, λόγια παιδικά, τρυφερά, γεμάτα αγάπη και μετά τα οδήγησε με τον αδελφό του μακριά. Θα συνέχιζαν μόνα τους πλέον. Η ζωή τους, όπως και του Άρνι είχε αλλάξει μια για πάντα.

                                                                            



Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016

Χριστούγεννα στο Χριστουγεννιάτικο χωριό του κόσμου




Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα χωριό που τα Χριστούγεννα στολίζεται και φωτίζεται για να αγκαλιάσει όλα τα παιδιά του κόσμου και που σαν αυτό δεν υπάρχει στον κόσμο όλο, συνέβη κάτι το μοναδικό. Έγινε ένα θαύμα σε ένα ταπεινό πλάσμα της γης, που ούτε από θαύματα γνώριζε, ούτε από γράμματα, ούτε από αριθμούς, όπως οι άνθρωποι. Το μόνο που ήξερε ήταν να αγαπάει.

Όλα άρχισαν πριν κάποιους μήνες, την προηγούμενη άνοιξη, όταν μια όμορφη, κανελί γάτα, με σχιστά, καταπράσινα μάτια, ήσυχη και χαδιάρα, έψαχνε έναν νέο τόπο για να ζήσει και να μεγαλώσει τα μικρά γατάκια, που είχε γεννήσει πριν λίγες μέρες. Έψαξε παντού στην γύρω περιοχή. Ήταν εκείνη η αυλή με την υπέροχη μυρωδιά φρεσκοψημένου ψωμιού, οι φωνές ανθρώπων χαμογελαστών, οι ψηλές σκεπές με τα δυο φουγάρα των δυο δίδυμων σπιτιών που της κέντρισαν την προσοχή. Ένιωσε μεγάλη ανακούφιση όταν βρέθηκε σε εκείνη την αυλή, καθώς ήταν κυνηγημένη από την περιοχή της από μια συμμορία σκληρών και άκαρδων γατών. Αποφάσισε πως εκεί θα έκανε τη νέα της φωλιά, πως εκείνη η αυλή θα γινόταν ο τόπος της. Επέστρεψε στα μικρά της, όμως, για κακή της τύχη, όσο έλειπε, ένας μεγάλος αρσενικός γάτος πλησίασε τη φωλιά, πήρε τα γατάκια της και τα μετέφερε μακριά -έτσι τουλάχιστον πίστευε η κανελί γάτα, γιατί δεν ήθελε να πιστεύει πως ο αρσενικός έπνιξε τα σπλάχνα της.

Έφυγε, λοιπόν, με την εικόνα των μικρών στα μάτια της και με ένα πικραμυγδαλάκι στο λαιμό της και έτρεξε για το χωριό. Μπήκε, συρτά συρτά, στην αυλή και κρύφτηκε πίσω από το πρώτο μακρόστενο κτίριο. Ήταν τόσο όμορφα! Ανέβηκε στην σκεπή και βολεύτηκε στη γωνία, για να χαζεύει τους ανθρώπους. Τους συμπάθησε από την πρώτη στιγμή. Και από εκείνη την ηλιόλουστη, ανοιξιάτικη ημέρα έμεινε εκεί και απολάμβανε κάθε μέρα τις φροντίδες τους, μια κούπα γάλα και ένα μπολ ψαροκόκκαλα. Η μεγάλη της λαχτάρα όμως ήταν να έρθουν τα μικρά της, να ακολουθήσουν το αλάνθαστο ένστικτό τους, να τη βρουν και αυτή να τα γλείφει ατελείωτα, να τα καθαρίζει και να τα ζεσταίνει με τα χνώτα της.

Ο καιρός όμως περνούσε και τα μικρά της δεν έλεγαν να φανούν. Και η κανελί γάτα στεναχωριόταν, ανησυχούσε, έκλαιγε τα βράδια, όταν ξάπλωνε στα κεραμίδια και κοιτούσε τ’ άστρα. Νιαούριζε δυνατά μήπως τα γατιά της καταφέρουν να την ακούσουν. Πέρασε το ζεστό καλοκαίρι, ήρθε το φθινόπωρο και γνώρισε έναν αρσενικό γάτο. Είχε και αυτός κανελί χρώμα με μπεζ ρίγες. Αγαπήθηκαν και η γάτα έμεινε και πάλι έγκυος. «Αυτή τη φορά δεν θα μου πάρει κανένας τα μικρά μου, θα τα φυλάω νύχτα-μέρα» σκέφτηκε και κούρνιασε στα κεραμίδια, εκείνο το πρώτο βράδυ που ένιωσε τις γνωστές κλωτσιές στην κοιλιά της, που δήλωναν πως μέσα της μεγαλώνουν και πάλι μικρά γατάκια.

Οι άνθρωποι του χωριού είδαν την κοιλιά της που άρχισε να φουσκώνει και έγιναν ακόμη πιο περιποιητικοί μαζί της. Η Γιολάντα και η Γιάννα της έφερναν νερό χλιαρό να πίνει, η Ελένη της έφερνε λιχουδιές, η Κατερίνα, η Εύα, η Έλενα και η κυρία Βάσω της έδιναν τυρί και κρεατάκι από το σπίτι τους. Ο Ηλίας, η Όλγα, η Άννα, η Βούλα, ο Λάζαρος και ο Νίκος της κουβαλούσαν ό,τι καλό υπήρχε στην κουζίνα τους και ο Παναγιώτης με τον Μπεν, ένα αγόρι που είχε έρθει τελευταία και μιλούσε μία γλώσσα που δεν γνώριζε, τη χάιδευαν, λέγοντάς της πως σε τούτο το χωριό δεν κινδυνεύει από κανέναν, πως είναι ασφαλής και όλοι την αγαπάνε. Η κανελί γάτα ήταν ευχαριστημένη, πρώτη φορά στη ζωή της ένιωθε θαλπωρή.

Ήρθε ο Δεκέμβρης και η εγκυμοσύνη της ήταν προχωρημένη. Από την σκεπή απολάμβανε τον χειμωνιάτικο ήλιο. Όταν έβρεχε, κατέβαινε και έβρισκε ζεστασιά κοντά στον στρογγυλό, χτιστό φούρνο, εκεί όπου έψηνε η κυρία Γλυκερία το νόστιμο ψωμί και της έδινε να φάει λίγη κόρα. Παρακολουθούσε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τους φίλους της, τους ανθρώπους του χωριού, να στήνουν μικρά, ξύλινα σπιτάκια, να μεταφέρουν ολόκληρα έλατα από το δάσος, κούτσουρα για τη φωτιά, τρόφιμα, φάρμακα, κασόνια, άχυρα, στολίδια, λαμπιόνια και δεν μπορούσε να καταλάβει για ποιο λόγο γίνονταν όλα αυτά. Ο Παναγιώτης έσκαβε λάκκους, μετρούσε αποστάσεις, λογάριαζε, αλλά και πάλι αναρωτιόταν τι ήταν αυτό που ετοιμάζανε όλοι τους. Μετά από αρκετές ημέρες και πολλές ώρες δουλειάς των ανθρώπων του χωριού, ξύπνησε ένα απόγευμα από έναν βαθύ, μεσημεριανό ύπνο, μόλις είχε σκοτεινιάσει και ένα υπέροχο θέαμα εμφανίστηκε στα σχιστά, καταπράσινα, γατίσια μάτια της. Το χωριό είχε φωτιστεί με άπειρα μικρά λαμπάκια, πέντε φωτιές φώτιζαν και ζέσταιναν την αυλή, ένα έλκηθρο με φωτεινά ποδήλατα είχε στηθεί και έμοιαζε σαν να πετούσε, ένα κάρο ήταν γεμάτο λουλούδια και το πιο ψηλό έλατο είχε άπειρα μικρά λαμπάκια. «Όμορφο που είναι!» θαύμασε και έμεινε να το κοιτάζει με ολάνοιχτα μάτια. Ποτέ της δεν είχε ξαναδεί τόσο όμορφο χωριό.

Την επομένη άρχισαν να καταφθάνουν πολλοί άνθρωποι μαζί με παιδάκια. Η κανελί γάτα ανησύχησε. «Γιατί επέτρεψαν να έρθουν τόσοι άνθρωποι;» αναρωτήθηκε και συνέχιζε να παρατηρεί με αγωνία. Πρόσεξε πως οι επισκέπτες έφερναν σακούλες με τρόφιμα και σκέφτηκε «μήπως είναι τρόφιμα για τα μικρά μου που θα γεννηθούν;». Η αγωνία της έδωσε θέση στη χαρά, όταν είδε πως τα παιδάκια έπαιζαν ανέμελα και οι μεγάλοι κάθονταν στις φωτιές να ζεσταθούν. «Κάπως έτσι θα παίζουν και τα δικά μου μεγαλύτερα γατάκια τώρα, θα κάνουν κωλοτούμπες, θα δαγκώνονται, θα γλείφονται» σκέφτηκε και η θύμησή τους έφερε ξανά το ίδιο πικραμυγδαλάκι στον λαιμό της. Έβλεπε τις μαμάδες που φρόντιζαν τα μικρά τους και φανταζόταν τον εαυτό της με τα νεογέννητα γατάκια της να τα γλείφει και να τα θηλάζει.

Όμως η μεγαλύτερή της έγνοια ήταν να βρει ένα προφυλαγμένο μέρος να γεννήσει, ένα μέρος όπου δεν θα πλησίαζε κανείς, ούτε οι φίλοι της, οι άνθρωποι, ούτε οι αρσενικοί γάτοι. Τα παιδιά και οι μεγάλοι συνέχιζαν να επισκέπτονται κάθε μέρα το χωριό, έπαιζαν στα ξύλινα σπιτάκια, γεύονταν λιχουδιές. Μόνο σε ένα σπιτάκι δεν έπαιζαν, ούτε έτρωγαν, παρά μόνο το θαύμαζαν και το κοιτούσαν στοργικά. Την έφαγε η περιέργεια. Τι συνέβαινε στο σπιτάκι αυτό; Κατέβηκε διακριτικά από την κεραμοσκεπή και το πλησίασε. Ήταν πράγματι διαφορετικό! Είχε μπόλικο άχυρο και μέσα κατοικούσαν ένα ζευγάρι ανθρώπων, ένα μωρό που κοιμόταν σε ένα φτωχικό κρεβατάκι και είχε τρεις επισκέπτες με μακριά, πολύχρωμα ρούχα, που κάτι κρατούσαν στα χέρια τους. Υπήρχαν και τρία αλογάκια και ένα αρνάκι, που κοιτούσαν με αγάπη το μωρό που κοιμόταν. Πλησίασε να τους μυρίσει, να νιώσει την ανάσα τους, αλλά διαπίστωσε πως δεν ήταν αληθινοί οι άνθρωποι, ούτε τα ζώα αληθινά. «Καλύτερα που δεν έχουν ανάσα» σκέφτηκε, «δεν θα κινδυνεύω από κανέναν». Πλησίασε το βρέφος που κοιμόταν. «Κάπως έτσι θα κοιμούνται τα γατάκια μου, θα τα έχω όλα στην αγκαλιά μου, όπως εκείνα που είχα πέρυσι» σκέφτηκε τρυφερά και δάκρυσε και για τα γατάκια που είχε χάσει την προηγούμενη άνοιξη και για αυτά που θα γεννούσε σε λίγες ημέρες.

Η φωτιά έξω από το ξύλινο σπιτάκι έκαιγε και η ζεστασιά απλωνόταν παντού. Ξαφνικά, δύο παιδάκια ήρθαν τρέχοντας και στάθηκαν έξω από τον φράχτη του σπιτιού.

-Έλα να δούμε τη φάτνη με τον Χριστούλη και τους τρεις μάγους, άκουσε η κανελί γάτα να λέει το μεγαλύτερο παιδάκι και με ένα σαλταπήδο κρύφτηκε πίσω από το αρνάκι.

Από εκείνο το βράδυ η κανελί γάτα εγκαταστάθηκε στη φάτνη. Δεν ξανανέβηκε στις αγαπημένες της κεραμοσκεπές. Ξάπλωνε στο άχυρο και κοιτούσε το μωράκι που κοιμόταν, ηρεμούσε με τη γαλήνια όψη της μαμάς του, του μπαμπά του και θαύμαζε τους τρεις μάγους με τα δώρα. Οι μέρες κυλούσαν όμορφα, το πρωί έρχονταν πολλά παιδιά και αυτή χαιρόταν με τα ξεφωνητά και τα γέλια τους. Πόσο θα ήθελε να μπορεί να βγει από την κρυψώνα της, να τα πλησιάσει και να παίξει μαζί τους! Να μπερδεύεται στα πόδια τους και αυτά να τη χαϊδεύουν! Να άκουγε και αυτή παραμύθια στην παραμυθούπολη! Όμως έπρεπε να είναι προσεκτική. Δεν έπρεπε να αντιληφθεί κανένας αρσενικός γάτος την παρουσία της. Τις επόμενες ημέρες είδε παιδάκια διαφορετικά, με πιο σκούρα πρόσωπα, με ρούχα τριμμένα, με χεράκια που άπλωναν δειλά να πάρουν κάτι να φάνε, με χαμόγελο σφιγμένο. Το πρόσωπό τους είχε μια παράξενη θλίψη και σκέφτηκε πως και τα γατάκια που έχασε θα είχαν θλιμμένο πρόσωπο, γιατί θα την αναζητούσαν σε κάθε γωνιά, σε κάθε σκεπή.

Η εγκυμοσύνη της προχωρούσε και ένιωθε πως οι μέρες πλησίαζαν. Το κρύο είχε γίνει τσουχτερό και η φωτιά δεν αρκούσε για να τη ζεστάνει. Κόσμος πολύς ερχόταν και έφευγε, πλησίαζε τη φάτνη -έτσι το έλεγαν οι άνθρωποι το σπίτι της- και κοιτούσαν τους ανθρώπους και τα ζωάκια που δεν είχαν ανάσα. «Μάλλον θα είναι σημαντικοί κι ας μην αναπνέουν» σκέφτηκε η γάτα, «ίσως κάποτε να ζούσαν και να αγάπησαν τους ανθρώπους, ίσως αυτό το μωρό να μεγάλωσε και να πρόσφερε στους ανθρώπους πολλή αγάπη» συλλογιζόταν και τους αγάπησε και η ίδια αυτούς τους αμίλητους, ακίνητους ανθρώπους της φάτνης χωρίς ανάσα και τα ζώα που κοιτούσαν το μωρό που κοιμόταν. Κάθε βράδυ οι άνθρωποι του χωριού γέμιζαν με ζεστό αέρα ένα χάρτινο αερόστατο και αυτό ταξίδευε ψηλά στον ουρανό και γινόταν ένα με τα αστέρια. Κάθε φορά που έβλεπε η κανελί γάτα το φωτεινό αερόστατο να πετάει έκανε μια ευχή: «Μακάρι τα μεγαλύτερα γατάκια μου, που θα ’χουν μεγαλώσει και θα καταλαβαίνουν, να δουν το αερόστατο και να τους οδηγήσει με τη λάμψη του σε τούτο το χριστουγεννιάτικο χωριό!».

Ήρθε ένα βράδυ που κατάλαβε πως θα γεννήσει. Ο κόσμος είχε φύγει, μόνο οι άνθρωποι του χωριού, οι φίλοι της, ήταν ακόμη εκεί. Είχαν συγκεντρωθεί στο μακρόστενο κτίριο -Αράνι είχε ακούσει πως το έλεγαν- μιλούσαν και γελούσαν. Η ίδια πονούσε, όμως δεν νιαούριζε. Έπρεπε να παραμένει βουβή, μην την ακούσουν οι αρσενικοί γάτοι. Ξάπλωσε δίπλα στο μωρό που κοιμόταν χωρίς ανάσα, δίπλα στη μάνα του που το πρόσεχε με το μητρικό της βλέμμα. Σε λίγη ώρα κατάφερε και έφερε στη ζωή, χωρίς καμία βοήθεια, έξι μικρά γατάκια. Νιαούριζαν δυνατά από τον κρύο αέρα που πάγωνε τα πνευμόνια τους και η χαρά της πνιγόταν από την αγωνία μην ακουστούν στους αρσενικούς γάτους. Όταν οι φίλοι της βγήκαν από το Αράνι, άκουσαν νιαουρίσματα που έμοιαζαν με κλάματα μωρών και την πλησίασαν διακριτικά. Η κανελί γάτα αγκάλιασε ενστικτωδώς τα έξι μικρά της και τους κοιτούσε με το βλέμμα της γεμάτο αγάπη, για αυτούς που τόσο την προστάτεψαν και τη φιλοξένησαν όλον αυτόν τον καιρό.

Οι άνθρωποι του χωριού αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν. Ήταν Χριστούγεννα και η αγαπημένη τους γάτα είχε γεννήσει έξι χαριτωμένα γατάκια. Της έφεραν καλούδια να φάει, άναψαν τη φωτιά και την κράτησαν αναμμένη όλο το βράδυ. Ο Λεωνίδας με τον Μπεν παρέμειναν εκεί και φρόντιζαν να βάζουν κούτσουρα στη φωτιά για να μην σβήσει. Έφυγαν χαράματα, κουρασμένοι και ξενυχτισμένοι. Την επομένη, ανήμερα Χριστούγεννα, η κανελί γάτα ήταν πολύ ευτυχισμένη. Θήλαζε τα μικρά της και τα ζέσταινε με το ζεστό κορμί της. Όμως η εικόνα των έξι μεγαλύτερων παιδιών της τη βασάνιζε. Τα ήθελε και αυτά κοντά της.

Το βράδυ που άρχισε να καταφθάνει ο κόσμος και έφερνε σακούλες, περίμενε μήπως της φέρουν και της ίδιας κάτι. Είδε ξανά το αερόστατο που έφυγε ψηλά στον ουρανό και έκανε την ίδια ευχή που έλεγε μέσα της τόσες φορές, μέρες τώρα. Και πριν προλάβει να χαμηλώσει το βλέμμα της, άκουσε νιαουρίσματα. Ήταν γνωστά νιαουρίσματα, γεμάτα χαρά και ανυπομονησία. Δεν μπορούσε όμως να σηκωθεί. Είχε τα μικρά της που τα θήλαζε, που είχαν κολλημένα τα στοματάκια τους στις ρώγες της, ρουφώντας λαίμαργα το γάλα τους. «Ήρθαν τα γατάκια μου!», αναφώνησε με ένα δυνατό νιαούρισμα. Και τα γατάκια της, που τώρα είχαν μεγαλώσει και είχαν γίνει πανέμορφες κανελί και μπεζ γάτες, την άκουσαν και την πλησίασαν. Άνοιξε την αγκαλιά της και τα δέχθηκε με απροσδόκητη χαρά. Τα έγλειφε, τα φιλούσε και αυτά χαϊδεύονταν, νιαούριζαν γλυκά, κολλούσαν τη μουσούδα τους στη δική της, μπερδεύονταν με τα νεογέννητα. Όλη η ομάδα του χωριού πλησίασε τη φάτνη. Δεν είχαν δει πιο όμορφο θέαμα! Η γάτα τους, η αγαπημένη κανελί γάτα, με έξι νεογέννητα γατάκια και άλλα έξι μεγαλύτερα να τα φιλάει και να τα γλείφει όλα, ένα προς ένα, με την ίδια αγάπη.

Αυτό συνέβη εκείνα τα Χριστούγεννα στο Χριστουγεννιάτικο χωριό του κόσμου. Αλλά όχι μόνο αυτό. Παιδιά από σχολεία, προσφυγόπουλα, μεγάλοι και μικροί πέρασαν από το Χριστουγεννιάτικο χωριό του κόσμου και έζησε ο καθένας τις δικές του μαγικές στιγμές. Γιατί σε εκείνο το χωριό, όπου οι κάτοικοί του πρόσφεραν απλόχερα αγάπη και θαλπωρή, τα θαύματα γίνονταν όχι μια φορά στα χίλια χρόνια, αλλά κάθε χρόνο, κάθε Χριστούγεννα.








Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016

ο μικρός Νεύτωνας

Σήμερα θα σας πω την καινούργια μου ανακάλυψη. Πήγα βόλτα με τον μπαμπά στο πάρκο και κάποια στιγμή ο μπαμπάς μου κάθησε στο παγκάκι να ξεκουραστεί. Μου έδωσε ένα μπαλάκι να κρατάω και έκατσε αναπαυτικά για να απολαύσει τη δροσιά του πεύκου. Το συγκεκριμένο μπαλάκι έχω βαρεθεί να το παίζω και έτσι αποφάσισα να μην ασχοληθώ με αυτό, αλλά να κοιτάζω ένα άλλο παιδάκι που καθόταν κάπως ανήσυχα στο καρότσι του και πετούσε με θυμό ό,τι του έδινε η μαμά του. Και τότε σκέφτηκα: "Γιατί τα πράγματα που πετάμε πέφτουν, αντί να παραμένουν στο σημείο όπου τα αφήνουμε;". Αποφάσισα λοιπόν να αφήσω ξανά στον αέρα το μπαλάκι μου για να διαπιστώσω αν θα έπεφτε. Και τελικά έπεσε. "Ω τί κρίμα!' σκέφτηκα μέσα μου "δεν μπορεί να κρατηθεί στη θέση του, να παραμείνει στον αέρα". Μετά σκέφτηκα να ξαναπροσπαθήσω. Ο μπαμπάς μου έδωσε το μπαλάκι πρόθυμα και εγώ το άφησα ξανά, χωρίς θυμό, έτσι απαλά. Και πάλι έπεσε. Ο μπαμπάς μου έδωσε ξανά το μπαλάκι, λιγότερο πρόθυμα αυτή τη φορά. Το ξαναάφησα πάλι απαλά. Και πάλι τα ίδια, το μπαλάκι έπεσε στο πλακόστρωτο. "Την επόμενη φορά θα το πετάξω προς τα πάνω να δω αν θα κρατηθεί εκεί ψηλά" σκέφτηκα. Ο μπαμπάς μού έδωσε το μπαλάκι κοιτάζοντάς με απειλητικά. Αδιαφόρησα για αυτό, "παιδί του είμαι και οφείλει να μου κάνει τα χατήρια" σκέφτηκα και συνέχισα τους πειραματισμούς μου. Το πέταξα όσο πιο ψηλά μπορούσα και παρακολούθησα την πορεία. Το μπαλάκι πήγε ψηλά ως τα πρώτα κλαδιά του πεύκου. Εκεί, συνάντησε μία πευκοβελόνα που έπεφτε και μετά, ενώ βρίσκονταν μπαλάκι και πευκοβελόνα στο ίδιο σημείο, το μπαλάκι έπεσε πιο γρήγορα από την πευκοβελόνα. Και όπως έπεσε το μπαλάκι, χτύπησε ένα παιδάκι στο κεφάλι. Εγώ συνέχιζα να κοιτάζω την πευκοβελόνα που έπεφτε αργά, αργά. Ο μπαμπάς μου αγριεμένος αυτή τη φορά πήρε το μπαλάκι, πήρε και το καρότσι και συνεχίσαμε τη βόλτα μας. Του χαμογέλασα και μου χαμογέλασε και αυτός "Τί χαμογελάς μπαγάσα;" μου είπε. "Εσύ παίζεις και το παιδάκι χτύπησε, σπίτι τώρα, τιμωρία". "Δεν χάρηκα που χτύπησε το παιδάκι μπαμπά, αλλά μόλις έμαθα πως όταν πετάμε τα πράγματα είτε προς τα πάνω είτε τα αφήνουμε στον αέρα αυτά πάντα πέφτουν κάτω. Μάλλον κάτι τα τραβάει προς τη γη. Όταν μεγαλώσω θα μάθω και θα σου εξηγήσω τί είναι αυτό που τραβάει τα μπαλάκια και τις πευκοβελόνες προς τη γη!" σκέφτηκα και κατσούφιασα. Όχι γιατί πηγαίναμε σπίτι, αλλά γιατί ο μπαμπάς μου έδειχνε να μην με καταλαβαίνει και μου έλεγε πως μοιάζω με τον Νεύτωνα. "Δεν ξέρω ποιο παιδάκι της γειτονιάς είναι ο Νεύτωνας, αλλά αν και αυτός σκέφτεται με την ίδια βαρύτητα τα ίδια πράγματα με εμένα, τότε σίγουρα του μοιάζω!" συλλογίστηκα και κούρνιασα στο καροτσάκι μου.

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2016

ο μικρός Αρχιμήδης

Αρχιμήδη έλεγαν τον παππού μου, Αρχιμήδη αποφάσισαν να ονομάσουν και εμένα. Βέβαια η μητέρα μου διαφώνησε αρχικά, αλλά το δέχτηκε στη συνέχεια, καθώς ήταν λέει "λαμπρός επιστήμονας της αρχαίας Ελλάδας". Δεν ξέρω τί σημαίνει επιστήμοντας, αλλά μάλλον θα είναι κάποιο σημαντικό πρόσωπο. 
Κάθε βράδυ, όταν έρχεται η ώρα του μπάνιου, παίρνω το παπάκι μου και τρέχω να δω τη μαμά που γεμίζει τη μικρή, μπλε μπανιέρα και ελέγχει τη θερμοκρασία του νερού. Περιμένω ανυπόμονα τη στιγμή που θα κάνω τη βουτιά μου και θα σκορπίσω παντού νερά. Πριν τρεις μέρες της είπα να γεμίσει το μπανιεράκι μου μέχρι πάνω. Με ρώτησε "γιατί;" και της απάντησα πως κάτι θέλω να παρατηρήσω. Έτσι λοιπόν, όταν μπήκα, παρατήρησα πως το νερό ξεχείλισε, μετά σηκώθηκα και είδα πως η στάθμη του νερού μέσα στο μπανιεράκι είχε πέσει, μετά ξανακάθησα και πάλι η στάθμη ανέβηκε."Μα πώς συμβαίνει αυτό;" αναρωτήθηκα, αλλά το παπάκι περίμενε να παίξουμε και έτσι άφησα για πιο μετά το βασανιστικό αυτό ερώτημα. 
Την επόμενη ημέρα, πριν δύο μέρες δηλαδή, είπα πάλι τη μαμά μου να γεμίσει το μπανιεράκι μου μέχρι πάνω με νερό, αυτή τη φορά δεν ρώτησε το γιατί. Πριν μπω μέσα έβαλα το πλαστικό παπάκι μου και ξεχείλισε λιγότερο νερό. "Γιατί όταν βουτάει το παπάκι ξεχειλίζει λιγότερο νερό από αυτό που ξεχειλίζει όταν μπαίνω εγώ μέσα;" αναρωτήθηκα και άφησα το βασανιστικό αυτό ερώτημα να το απαντήσω την άλλη μέρα.
Χθες όταν η μητέρα μου γέμιζε το μπανιεράκι της είπα ότι θέλω να το βάλει μέσα σε μια μεγαλύτερη σκάφη ώστε το νερό που θα ξεχείλιζε να το μαζεύαμε. "Γιατί παιδί μου να μαζέψουμε το νερό;" με ρώτησε αλλά δεν της απάντησα. Μπήκα στη μπανιέρα μου και το νερό που βγήκε γέμισε τη μεγαλύτερη σκάφη. "Κάποια σχέση θα έχει το νερό αυτό με το σώμα μου" σκέφτηκα και αναφώνησα "Το βρήκα!, το βρήκα!" και έτρεξα γυμνούλι μέσα στο σπίτι βρέχοντας το πάτωμα και τα χαλιά. Ο μπαμπάς μου με κοίταξε απορημένος "Τί βρήκες παιδάκι μου;" με ρώτησε και εγώ έμεινα με το χαμόγελο στα χείλη μου να τον κοιτάζω. "Όταν μεγαλώσω και γίνω επιστήμονας σαν τον Αρχιμήδη θα σου εξηγήσω μπαμπά"  είπα και του έκανα μια ζεστή αγκαλίτσα που τον γέμισε χαρά και μπόλικα νερά!

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2016

ένα βρέφος αφηγείται


Η αλήθεια είναι πως είναι μεγάλο ζόρι να βγεις από αυτή τη στενή οδό, αλλά άξιζε τον κόπο. Έτσι θέλω να ελπίζω τουλάχιστον. Είναι δρόμος χωρίς γυρισμό. Σφίχτηκα και εγώ, σφίχτηκε και η μάνα μου, έκανα τις κινήσεις μου χωρίς να εκπαιδευτώ ποτέ και κατάφερα να ξεπροβάλλω το πάνω μέρος του κεφαλιού μου. Χωρίς να το πάρω χαμπάρι, γλιστράω και παρολίγο να πέσω. Ας είναι καλά όμως εκείνος ο άνθρωπος που με πρόλαβε και με κρέμασε ανάποδα. Κάτι λέει της μαμάς μου, αλλά δεν καταλαβαίνω τίποτα. Δεν κρατάει και πολύ η κρεμάλα και με αρπάζει μια κυρία. Δεν τη βλέπω, ακούω όμως τη φωνή της, άγνωστη μου φαίνεται. Με τυλίγει, με σκουπίζει, κάτι μου κάνει στην κοιλιά με την κορδελίτσα, που τόσο καιρό έπαιζα μαζί της. Και επιτέλους, ναι! Με αφήνουν στην αγκαλιά της μαμάς μου.
Το καταλαβαίνω ότι είναι αυτή, δεν χρειάζονται συστάσεις. Είναι η μαμά μου. Ακούω τη φωνή της. Με χαϊδεύει στο κεφαλάκι και ακουμπάει τα χείλη της πάνω στο κούτελό μου. Κάτι μου λέει, αλλά εγώ πάλι δεν καταλαβαίνω. Την άκουγα και από την κοιλιά, αλλά υπόκωφα. Τώρα η φωνή της είναι πιο καθάρια. Αλλά δεν καταλαβαίνω τί λέει. Είναι ζεστή η αγκαλιά της, όπως ακριβώς το φανταζόμουν τους τελευταίους μήνες στην κοιλιά της. Είχα κάνει τις πρόβες μου για αυτή τη στιγμή. Ήθελα να απολαύσω κάθε δευτερόλεπτο. Κουνάω τη μυτούλα μου για να μυρίσω τη μυρωδιά της. Και πριν καλά καλά προλάβω να καταγράψω στον εγκέφαλό μου τις νότες της μυρωδιάς της, με παίρνουν πάλι δύο χέρια και με βάζουν ξαπλωτό σε ένα μικρό συρόμενο πράμα.
Με πηγαίνουν μαζί με άλλα βρέφη. Τα ακούω, άλλα κλαψουρίζουν και άλλα κλαίνε. Τί να κάνω και εγώ, βάζω τα κλάματα. Γιατί με πήραν από την αγκαλιά της μαμάς μου; Πώς να τους εξηγήσω ότι τόσο καιρό αυτό περίμενα. Αυτή δεν με θέλει; Γιατί τους επέτρεψε να με πάρουν από την αγκαλιά της; Με πιάνει το παράπονο και κλαίω. Ίσως με το κλάμα να ενδώσουν και να με επιστρέψουν εκεί, στη ζεστή αγκαλιά μου, εκεί όπου ανήκω. Το κόλπο δεν πιάνει. Φαίνεται έχουν καταλάβει ότι όλα τα βρέφη έτσι κάνουμε, οπότε σταματάω το κλάμα και κοιμάμαι. Είμαι εξάλλου ακόμα πολύ μικρός και κουράζομαι εύκολα.
Μόλις ξυπνάω αδημονώ να με πάνε στη μαμά μου. Επιτέλους με πηγαίνουν. Αυτή τη φορά μας αφήνουν περισσότερο μαζί. Η μαμά μου μου δίνει να ακουμπήσω το στόμα μου στο στήθος της. Εγώ αρχίζω και το πιπιλίζω με μανία. Και για αυτό δεν εκπαιδεύτηκα. Σε λίγο μου έρχονται κάτι πεντανόστιμες σταγονίτσες από ένα υπέροχο υγρό. Αυτό το υγρό πίνω τώρα κάθε φορά που με πάνε στη ζεστή αγκαλιά της. Το άλλο, αυτό που μου δίνουν οι άλλες γυναίκες, με αυτό το απαίσιο πλαστικό υλικό που μου χώνουν στο στόμα, δεν μου αρέσει καθόλου. Εγώ θέλω το ζεστό και γλυκό υγρό από το στήθος της μαμάς μου.
Η μαμά μου κάθε φορά που τελειώνουμε τα ταΐσματα μου τραγουδάει. Ένα τραγούδι έμαθε από έξω, το «αχ κουνελάκι» και δε σταματάει να μου το ψιθυρίζει. Τι να κάνω και εγώ το άκουσα μία φορά ευχαριστήθηκα, το άκουσα δύο το χάρηκα, αλλά όταν κατάλαβα ότι τίποτε άλλο δεν ήξερε παρά αυτό, επαναστάτησα. Λαγός δε θα γίνω που να το θες μαμά και αρχίζω να τσιρίζω. Η καημένη τρόμαξε και σταμάτησε το τραγούδι. Την στεναχώρησα νομίζω, δεν πειράζει όμως. Έτσι είναι άλλωστε. Η μάνα και το παιδί έχουν τις κόντρες τους.
Την άλλη φορά ήθελε να μου χαϊδέψει την κοιλιά. Με χάιδευε, με χάιδευε και εγώ τσίριζα, τσίριζα. Αλλά δεν έφταιγε αυτή. Την συγχώρεσα. Ήταν η πεταλούδα που μου είχαν βάλει αυτές οι κυρίες στην κοιλίτσα μου και η μάνα μου δεν το ήξερε. Πού να το ξέρει άλλωστε; Με είδε ποτέ γυμνό; Όλο οι ξένες κυρίες με περιποιούνταν. Η μάνα μου ποτέ. Ευτυχώς πάτησε το κουμπί για τις έκτακτες ανάγκες και ήρθε μια καλή κυρία. Η μαμά μου της είπε ότι τσιρίζω και δεν καταλαβαίνει τι έχω. Η καλή κυρία της εξήγησε πως σε εκείνο το σημείο που με χάιδευε δε θα μπορούσα παρά να πονάω. Τη λυπήθηκα. Ήμουν το πρώτο της παιδί και δεν ήξερε. Έπεσαν κάτι ζεστές, υγρές σταγόνες στο μάγουλό μου. Ήταν από τα μάτια της, δεν τρώγονταν. Μόνο ένιωθα την αγάπη που μου είχε με τις σταγόνες αυτές.
Και κάτι ακόμα μην το ξεχάσω. Την άλλη μέρα αποφάσισε να με δει γυμνό. Έβγαλε το κορμάκι που φορούσα και απόλαυσε το θέαμα. Γιατί ήμουν απολαυστικό και όμορφο μωρό. Έτσι τουλάχιστον μου έδωσε να καταλάβω. Όλο έλεγε τη λέξη «κούκλος», δεν ξέρω τι σημαίνει, θέλω να πιστεύω ότι είναι καλή λέξη. Αυτό όμως που με έκανε να γελάσω είναι όταν είδε τα μπουτάκια μου. Μάλλον τρόμαξε, γιατί ήταν όλο ζάρες. Ήμουν αδυνατούλης και δεν είχα πολύ κρεατάκι. Της είπα από μέσα μου «μην ανησυχείς μαμά, θα πίνω το ζεστό, γλυκό υγρό του στήθους σου και θα θρέψω». Σαν να το διαισθάνθηκε, δεν ξέρω, γιατί παρά το ότι μου τα χάιδεψε για λίγο και γρήγορα γρήγορα με ξαναέντυσε, το χάδι στα μπουτάκια μου αυτό μου έδωσε να καταλάβω. Ότι θα μου έδινε το ζεστό, γλυκό υγρό του στήθους της και θα γινόμουν ένα στρουμπουλό μωρό, όλο δίπλες στα άσπρα μου μπουτάκια. 


την αφήγησή μου η μαμά μου την αφιερώνει σε εμένα, το πρώτο της παιδί. Είμαι σίγουρος ότι η αδελφή μου θα ζηλέψει, αλλά είμαι το ίδιο σίγουρος ότι κάτι θα αφηγηθεί και η μικρή μου αδελφή και θα της το αφιερώσει η μαμά...δε θέλει να μας αδικεί.... εξάλλου γεννήθηκα πρώτος και το δικαιούμαι...