Παρασκευή 3 Απριλίου 2020

Άμυ, έρωτας στα χρόνια των ιώσεων, Έβδομο κεφάλαιο, η Κέιτ


Η Κέιτ


3:30 μ.μ.

Όταν η πόρτα έκλεισε, η Άμυ έμεινε μόνη στην ησυχία της. Ξάπλωσε φαρδιά πλατιά στο κρεβάτι της και κοίταξε έξω από την μπαλκονόπορτα αυτή τη φορά. Ο ήλιος πλημμύριζε το μεσημβρινό της δωμάτιο κι άρχισε να παίζει με τις σκιές των χεριών της, όπως τότε που ήταν μικρή. Το αγαπημένο της παιχνίδι όταν ξάπλωνε και δεν είχε με ποιον να μιλήσει. Έφτιαχνε φιγούρες στον τοίχο, σκυλάκια, παπάκια, γατούλες και πουλιά, κυρίως πουλιά, και μιλούσε με τους σκιώδεις φίλους της. Τώρα σχημάτισε δυο σκυλάκια που φιλιόντουσαν. Στην αρχή γαύγιζαν το ένα το άλλο κι έπειτα πλησίασαν τις μουσούδες τους και φιλήθηκαν. Φιλιόντουσαν πολλή ώρα, μέχρι που τα χέρια της κουράστηκαν. Τα άφησε να πέσουν κάτω χωρίς βάρος. Τα καστανά μάτια του Αγιάννη  ξανά μπροστά της. Το άγγιγμα των δαχτύλων του γαργάλισαν την παλάμη της.
«Δεν κάνει να τον σκέφτομαι συνέχεια», συλλογίστηκε, «δεν πρέπει να παρασυρθώ και πάλι. Πρέπει να γίνω λιγάκι λογική». Και τότε είδε ξανά αυτό το κατώφλι των σαράντα της χρόνων που πλησίαζε απειλητικό. Είδε και τα βλέμματα της μαμάς της, του μπαμπά της, των φιλενάδων της, της θείας Ελένης και του θείου Δημήτρη, της γειτονιάς, μια λίστα ατελείωτη. Τι βάρος κι αυτό! Να περιμένουν από εσένα, να ελπίζουν από εσένα, να κατασκοπεύουν εσένα, να κρέμονται από εσένα! «Εγώ φταίω, που τους το επέτρεψα. Εγώ φταίω που τους επέτρεψα να επεμβαίνουν στη ζωή μου».
Η Κέιτ, για παράδειγμα, ήταν ένα ανεξάρτητο κορίτσι, ζούσε αυτό που η ίδια είχε επιλέξει. Ήταν κιθαρίστρια σε ροκ συγκρότημα και τώρα απολάμβανε, μετά την επιτυχία στην Ελλάδα, περιοδείες στο εξωτερικό. Βερολίνο πρέπει να βρίσκεται τώρα και να τριγυρνάει στους δρόμους και τις λεωφόρους, να κάνει πρόβες ατελείωτες, να πίνει τις μπύρες της στις underground pub, να φοράει τα στενά δερμάτινα και να βάφει έντονα τα μάτια της. Πόσο θα ήθελε κι ίδια κάτι τέτοιο. Όμως αυτή δεν ήταν Κέιτ, να την αφήσει η μητέρα της να αλλάξει το βαφτιστικό της Κατερίνα σε Κέιτ, να κάνει παρέα με underground τύπους, να γίνει καλλιτέχνιδα, γιατί από μικρή έδειχνε την κλίση της στην κλασική κιθάρα. Ένα πρωί η Κατερίνα έγινε Κέιτ, η κλασική κιθάρα καταχωνιάστηκε στην ντουλάπα –αν κι η Κέιτ ήθελε να την πουλήσει- μια ηλεκτρική κιθάρα συνδέθηκε στην πρίζα κι η Κέιτ πρωί, μεσημέρι, βράδυ γρατζουνούσε την κιθάρα της. Κι έπειτα το ένα έφερε το άλλο, κι η Κέιτ επιβλήθηκε, όχι μόνο στους γονείς της, αλλά και στο καλλιτεχνικό στερέωμα της Αθήνας, περιόδευσε ανά την Ελλάδα, κυρίως με εμφανίσεις της στη Θεσσαλονίκη, έδινε συνεντεύξεις σε περιοδικά του χώρου και στο τέλος ερωτεύτηκε τον Τζον, τον τραγουδιστή του συγκροτήματος, στο οποίο συμμετείχε κι έφυγαν μαζί στην Ευρώπη –για περιοδείες κυρίως, όχι για μόνιμη εγκατάσταση- να ζουν τον έρωτά τους, να ηχογραφούν σε στούντιο του Βερολίνου και να μην δίνουν αναφορά σε κανέναν. Καθαρά πράματα.
Της έγραψε μήνυμα. Ένα απλό «τι κάνεις». Δεν θα της έλεγε τίποτα δικό της, μόνο ήθελε να μάθει τα νέα της Κέιτ, να ενθαρρυνθεί. Από κοντά θα της τα έλεγε όλα, αυτά δεν αναλύονται στο messenger, αλλά πώς και πότε από κοντά, αφού η Κέιτ δεν ζούσε πλέον στην Ελλάδα. Η Κέιτ, που άλλοτε αργούσε να απαντήσει, αυτή τη φορά λες και κοιτούσε το κινητό, της απάντησε «Χάλια». Πρώτη φορά η Κέιτ να γράψει «χάλια». Μωρέ μήπως εννοεί «χαλιά», μήπως αγόρασε καμιά μπουχάρα; Αλλά τι να την κάνει την μπουχάρα στο Βερολίνο, να στρώσει το πάτωμα του ξενοδοχείου; Μπα, «χάλια» εννοεί σίγουρα. Γιατί όμως χάλια; Να καυγάδισαν με τον Τζον; Να ακυρώθηκε κάποιο λάιβ; Να στέρεψε από λεφτά; Ή να πάχυνε και να μην της χωράει το δερμάτινο παντελόνι, το αγαπημένο της;
Μονολεκτική η μία, μονολεκτική η άλλη, είπε να στείλει ένα μήνυμα με δύο λέξεις, μπας και ξεδιπλωθεί το χαλί.
«Τι εννοείς;»
«Δε βαριέσαι»
Τώρα τρεις τέσσερις λέξεις για περισσότερο ξεδίπλωμα.
«Μην σε παίρνει από κάτω»
«Χώρισα, Άμυ!»
«Και δεν χαίρεσαι;»
«Μα προχθές με ζήτησε σε γάμο και τώρα παριστάνει τον κινέζο»
«Έχει κορονοϊό μήπως;»
«Πάψε, βλαμμένη»
«Αλήθεια λέω, μήπως είναι άρρωστος, καλέ»
«Και τι θέλει να χωρίσουμε για να μην με κολλήσει;»
«Ποτέ δεν ξέρεις, άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου!»
«Μήπως τα έφτιαξε με κινέζα σκέφτομαι, γιατί μια θαυμάστρια από Πεκίνο τον κλωθογυρνούσε τελευταία»
«Ε, τότε συμβαίνουν και τα δύο, ερωτεύτηκε την Κινέζα, κόλλησε κορονοϊό και θέλει να σε προστατέψει»
«Επιστρέφω τα μεσάνυχτα, αν μπορείς πίνουμε μια μπύρα και το αναλύουμε»
«Οκ, πιστεύω θα μπορώ»
«Όχι πιστεύεις, μπορείς»
«Μπορώ»
«Φιλιά»
«Φιλιά»
Αυτό σήκωνε ταβάνι τώρα. Όλες της τις σκέψεις έχει διαβάσει το δόλιο, μια ακόμη δεν θα το βαρύνει παραπάνω. Εξάλλου στέκεται στο ύψος του πάντα. Κι όπως το κοιτούσε, είδε τον Αγιάννη  να της χαμογελά. Του χαμογέλασε κι αυτή. Έκλεισε τα μάτια της κι αφέθηκε σε έναν χαλαρωτικό ύπνο. Άφησε τις σκέψεις για άλλη ώρα. Είχε ανάγκη από έναν καλό ύπνο. Είδε κι όνειρο. Πως κοιμόταν κάτω από μια αμυγδαλιά κι αυτή σκορπούσε τα πέταλά της πάνω της, σιγοτραγουδώντας της νανουρίσματα. Όταν ξύπνησε, ένιωσε πως από το ταβάνι έπεφταν πέταλα αμυγδαλιάς! Τόσο μέσα στο όνειρο είχε βυθιστεί.  

Πέμπτη 2 Απριλίου 2020

Άμυ, έρωτας στα χρόνια των ιώσεων, Έκτο κεφάλαιο, η μαμά Μαρία

Η μαμά Μαρία

2:30 μ.μ.



Οι σκέψεις περί ταβανιού διακόπηκαν απότομα από τον ήχο του κλειδιού στην πόρτα. Πολύ κακή συνήθεια, αυτή των μαμάδων, να μπαίνουν με το κλειδί, αντί να περιμένουν πότε θα τις ανοίξεις, λες και θέλουν να κατασκοπεύσουν, να σε πιάσουν στα πράσα, να αποκαλύψουν αυτό το μυστικό που δεν της εκμυστηρεύτηκες κι αυτές σαν αληθινοί κατάσκοποι σπεύδουν να ψάξουν, να τρυπώσουν στο σπίτι του, να ξετρυπώσουν το μυστικό. Όσες φορές κι αν είχε κάνει παρατήρηση στη μητέρα της, Μαρία -Μαριγούλα το βαφτιστικό της, το οποίο αποκάλυπτε μόνο η ταυτότητά της- ποτέ δεν έλεγε να το κατανοήσει αυτή. Μια δάκρυζε, μια την επέπληττε, μια απλά έκανε την αδιάφορη, μια άλλαζε θέμα. «Έντεχνες οι μανάδες όλες, άραγε εγώ θα γίνω έντεχνη μαμά ή ας γίνω κι άτεχνη ή ας γίνω σκέτο μαμά!», αναρωτιόταν συχνά πυκνά η Άμυ.
Άνοιξε η πόρτα, με την ευγενική κίνηση της μητέρας της να γυρίζει αργά αργά το κλειδί στην κλειδαριά, σαν να ήθελε να πει με την κίνηση αυτή: «ορίστε σου δίνω χρόνο να συμμαζευτείς, να κρύψεις τον φίλο σου στην τουαλέτα, να βάλεις τα πιάτα στο πλυντήριο, να μαζέψεις τις κάλτσες από το πάτωμα». Σοφές οι μανάδες του κόσμου, όμως οι ελληνίδες αποπνιχτικές. Το μόνο καλό που μπορεί κάποιος να τις αποδώσει είναι πως ακούνε από μακριά την κοιλίτσα σου, όταν γουργουρίζει, αισθάνονται τον πυρετό, όταν σε ρίχνει στο κρεβάτι, την ανησυχία σου όταν δεν νιώθεις καλά. Κατά τα άλλα πνιχτικές και κουραστικές, με το κλειδί στο χέρι, όπως όταν αγοράζεις ένα αυτοκίνητο του κουτιού.
Την καλησπέρισε και ίσα που πρόλαβε να ξεστομίσει:
-Ψάχνεις αράχνες στο ταβάνι;
Όχου, αυτή η μανά μου, τίποτα δεν καταλαβαίνει πέρα από τις αράχνες και τα χνούδια!
-Αχ, μάνα, με τη μονάκριβή σου κόρη, ποιο το κακό ακόμη κι αν έψαχνα αράχνη στο ταβάνι;
-Κανένα, κόρη μου, απλά, όταν ψάχνεις αράχνη στο κρεβάτι, σημαίνει πως δεν ψάχνεις άντρα στη ζωή.
Κι όμως μητέρα διαψεύστηκες σήμερα! Σκέφτηκε και κρυφογέλασε η Άμυ.
-Προς τι το σαρδόνιο γελάκι σου, μικρή μου; Έχεις κάτι να μου πεις;
-Ναι, μάνα, έχω, αλλά δεν θα σου πω, ξεσπάθωσε η Άμυ. Θα σου πω όταν θα έχω κάτι σοβαρό να ανακοινώσω, είπε κοφτά.
Η μητέρα της δαγκώθηκε. Λες και ξέχασε την τέχνη της εκμαίευσης. Έπρεπε να αλλάξει ρεπερτόριο. Έπρεπε να την πλησιάσει πλαγίως κι όχι κατά μέτωπο. Κι αυτό το λευκό πέταλο της αμυγδαλιάς στα μαλλάκια της κορούλας της της άνοιξε την πλάγια οδό.
-Αμυγδαλίτσα μου, όμορφο τσιμπιδάκι φοράς!
Η Άμυ ταράχτηκε. Το πέταλό της! Τώρα έπρεπε να εξηγήσει πώς προέκυψε στην κόμη των μαλλιών της ή θα μπορούσε να ξεγλιστρήσει, παριστάνοντας την ανήξερη; Πέρασαν κάποια δευτερόλεπτα που έδωσαν έδαφος στη μητέρα της να βγάλει τα συμπεράσματά της.
Έτρεξε στον καθρέφτη του χολ η Άμυ. Κοίταξε τάχα έκπληκτη το πέταλο. Και τότε είδε τον Αγιάννη στον καθρέφτη.
-Φύγε, κρύψου, είπε σιγανά.
Κι έπειτα:
-Κοίτα να δεις! Ένα πέταλο στα μαλλιά μου! Μάνα, από πού ξεφύτρωσε τούτο;
-Εσύ ξέρεις, κόρη μου, μα δεν το λες, είπε κάπως αδιάφορα η κυρία Μαρία, μπας και στριμώξει την κόρη.
-Όσα ξέρεις, τόσα ξέρω! Είπε η Άμυ κι αυτή αδιάφορα και πατσίσανε την ψεύτικη αδιαφορία τους.
«Γιατί μου το κάνεις αυτό, μάνα;», συλλογίστηκε η Άμυ. «Αφού είσαι πιο ευτυχισμένη όταν δεν ξέρεις πολλά, τι το θες να προσπαθείς να με κάνεις να στα λέω όλα; Κι έπειτα ξέρεις πως δεν θέλω να σε στεναχωρώ».
-Αλήθεια τι έφερες να φάω; άλλαξε θέμα. Μου μυρίζει κοτόσουπα;
-Ξέρω πως δεν σου αρέσει και σου έφτιαξα ψαρόσουπα, Αμυγδαλίτσα μου!
Χαλάρωσε η Άμυ. Της άρεσε η ψαρόσουπα από μικρή. Σε αντίθεση με τα άλλα παιδάκια που προτιμούσαν κοτόσουπα, αυτή θεωρούσε πως η ψαρόσουπα είναι ιδανικό περιβάλλον για να κολυμπούν τα ψαράκια, κι έτσι ένιωθε πως ήταν μια μικρή ψαράς, που με την απόχη-κουτάλι ψάρευε ψαράκια, και μαζί με αυτά, έτρωγε καροτάκι και κολοκυθάκι. Κι έπειτα έπινε το ζουμί της σούπας, που της θύμιζε το θαλασσινό νερό, της θύμιζε τα καλοκαίρια και τις βουτιές, της θύμιζε έρωτες καλοκαιρινούς και φεγγαρόφωτα. Κι όλες αυτές οι θύμισες θολές, καθώς η μνήμη της ασθενική, η αύρα η καλοκαιρινή περισσότερο γυρόφερνε στη μνήμη, παρά λεπτομέρειες από τα αληθινά περιστατικά.
Έτρωγε αμίλητη, καθώς φοβόταν μην της ξεφύγει μια λέξη, μια φράση που θα πρόδιδαν τη σημερινή επεισοδιακή ημέρα. Κι η μητέρα της διερευνούσε τον χώρο να βρει ένα ενοχοποιητικό στοιχείο και τότε θυμήθηκε πως την είχε πάρει τηλέφωνο και της είχε παραγγείλει γάλα.
-Πήρες κορίτσι μου το γάλα;
-Ξέχασα, μαμά, τι να πρωτοθυμηθώ κι εγώ η έρμη;
-Καλά, δεν πειράζει θα πάρω στον γυρισμό, έλεγα να φτιάξω ρυζόγαλο.
«Αχ, μητέρα με τα ρυζόγαλα και τις παραγγελίες σου!»
-Συγνώμη, μανούλα, θα σου έπαιρνα, απλά ήμουν βιαστική.
-Βιαστική, γιατί κορίτσι μου; Σε κυνηγούσε κανείς;
Ορίστε που της ξέφυγε η λέξη «βιαστική» και τώρα πρέπει να την καλύψει.
-Ναι με κυνηγούσε ο κορωνοϊός! Έτρεχε τοσοδούλης μικρούλης ξωπίσω μου και φώναζε «στάσου Αμυγδαλιά»
Γελάσανε με την καρδιά τους. Πρώτη φορά γελάσανε τόσο πολύ. Η Άμυ ένιωσε πως το ψέμα της ήταν μικρό, αφού ένιωθε πως όντως ο κορονοϊός την κυνηγούσε απλά του ξέφυγε, χάρη στον Αγιάννη! Αναστέναξε.
-Τέλος καλό, όλα καλά, κόρη μου! Και το πέταλο; Από το τρέξιμο το πολύ είναι;
«Άντε πάλι αυτό το πέταλο, μάνα! Χαρά στην επιμονή σου».
-Το πέταλο, πού να ξέρω, το πέταλο θα πετούσε κι αυτό, κάποια αμυγδαλιά θα ανατίναξε τα κλαδιά της. Φεβρουάριο δεν έχουμε;
Φεβρουάριο είχαν κι οι αμυγδαλιές είχαν ανθίσει. Η μαμά της το ήξερε καλά, αφού το είχε τάμα, τότε που είχε ανθίσει η αμυγδαλιά του κήπου στο πατρικό της, τότε ήταν που γέννησε την μονάκριβη κορούλα της. Είχε χάσει τρία παιδιά πιο πριν -το ένα στον τρίτο μήνα, το δεύτερο στον πέμπτο με υποχρεωτική έκτρωση, το τρίτο  στην γέννα- και δεν το βαστούσε η καρδιά της να χάσει και το τέταρτο. Κι όταν επέστρεψε με το νεογέννητο μωρό της, την απίθωσε κάτω από την αμυγδαλιά, όπως κοιμόταν μέσα στο πορτ μπεμπέ και το βρέφος σκεπάστηκε με τα κατάλευκα πέταλα και νόμιζες πως είχαν γίνει ένα φυσικό σκέπασμα. Χάζευε την κορούλα της η κυρία Μαρία και δάκρυζε από χαρά.
«Αμυγδαλιά θα την βαφτίσουμε», είπε μέσα της, και δεν θα δεχόταν καμία παρέμβαση μητέρας και πεθεράς. Δικό της ήταν το μωρό, αυτή το πονούσε πιο πολύ από κάθε άλλον. Και κάθε μεσημέρι που ο ήλιος ήταν ζεστός, η κυρία Μαρία έβγαινε στην αυλή, με το μωρό της αγκαλιά, να πάρει αέρα, να το δει ο ήλιος, να μυρίσει τα άνθη της αμυγδαλιάς, να νιώσει το σκόρπισμα των πετάλων στον αέρα, να βάλει ένα πέταλο στον κόρφο του μωρού της. Κι αυτό το άτιμο να χαμογελά, όπως αμυδρά χαμογελούν τα νεογέννητα, να δέχεται τις ζεστές αχτίδες του ήλιου, που κάνανε τα ματάκια του να κλείνουν και να νιώθει με τα μάτια κλειστά τη θέρμη της μανούλας του, που το έσφιγγε στο στήθος της, να πίνει το γαλατάκι του κάτω από μια αμυγδαλιά και τα πέταλα να σκορπάνε παντού και να αγγίζουν τα μαλλιά τους.
Εικόνες και αρώματα που η κυρία Μαρία τις μοιράστηκε με το μωρουδάκι της, μα το μωρουδάκι δεν τις θυμάται. Και ποτέ της δεν της τα εκμυστηρεύτηκε, λες κι έπρεπε κάτι το τόσο όμορφο να το κρατάει επτασφράγιστο μέσα της. Αυθόρμητα πλησίασε την κορούλα της, όπως ρουφούσε την σούπα. Άγγιξε το πέταλο από τα μαλλιά της και το έφερε στην χούφτα της. Της τα διηγήθηκε όλα. Και δάκρυσαν κι οι δυο τους και πότιζαν με τα δάκρυα το πέταλο, κι αυτό σαν να ζωντάνεψε, απέκτησε σπαργή, όπως θα έλεγε ο Αγιάννης, ο γεωπόνος.
Ένα γλυκό φιλί τής έδωσε η Αμυ κι η μητέρα της ένιωσε τόση χαρά και τόση ευτυχία, όπως τότε κάτω από την αμυγδαλιά. Ένιωσε πως στέρησε την αληθινή αγάπη στην κόρη της. Παρασύρθηκε από τα πρέπει και τα δεν πρέπει της ανατροφής και δεν της έδωσε την ουσιαστική μητρική αγάπη. Είχε κάνει καλή αρχή, όταν μοναχή της έβγαζε το μωρό στην αυλή, παρέα με την αμυγδαλιά. Μετά μπήκαν οι γλώσσες μαμάς και πεθεράς, οι γειτόνισσες, οι φίλες και το στράβωσαν. Την πήρε κι αυτήν ο στρόβιλος και μεγάλωνε την όμορφη Άμυ με όλους τους σοβαροφανείς περιορισμούς και τις παρεμβάσεις στην προσωπικότητά της. Ένιωσε ενοχές η κυρία Μαρία. Και δεν άντεξε. Αναλύθηκε σε κλάμα γοερό. Η Άμυ δεν καταλάβαινε γιατί το τόσο κλάμα.
-Έλα μανούλα, τι κλαις; Εσύ νομίζεις πως μου έκανες κακό, αλλά μην νομίζεις απέκτησα τις άμυνές μου, όλα αυτά τα χρόνια. Αλλιώς δεν θα σε άντεχα, είπε και της έσκασε ένα χαμόγελο.
Χαμογέλασε η μητέρα της.
-Ευτυχώς παιδί μου! Έξυπνο παιδί ήσουν από μικρή. Ήξερα πως κάτι θα σκάρωνες.
Κοιτάχτηκαν στα μάτια. Μετά από την ειλικρινή συζήτηση που είχαν, η Άμυ ένιωσε έτοιμη και δυνατή να της εκμυστηρευτεί τα πολλά και παράξενα και όμορφα της ημέρας της. Η κυρία Μαρία δεν είχε εκείνο το παρακλητικό ύφος να μάθει την αλήθεια, όπως τις άλλες φορές. Τα μάτια της την κοιτούσαν ολόισια χωρίς περιστροφές, χωρίς καχυποψία. Σηκώθηκε να φύγει.
-Πάω κορίτσι μου, να ξεκουραστείς, ο ιός κουρασμένα κορίτσια αναζητά για να τα κατακτήσει, της είπε και της έκλεισε το μάτι.
«Αχ, μανούλα μου, πόσα ξέρεις και δεν τα λες».
Την ξεπροβόδισε με μια ζεστή αγκαλιά και την έσφιξε στο στήθος της, η κόρη τη μάνα, κι έμοιαζαν τόσο πολύ με τον ζωγραφικό πίνακα, της μάνας με το μωρό στην αγκαλιά κάτω από την αμυγδαλιά. Κι ο Αγιάννης κοιτούσε από τον καθρέφτη και η Άμυ του έκλεισε το μάτι, κάνοντας μια ελαφριά κίνηση του χεριού της, σαν να του έλεγε και πάλι: «Κρύψου».

Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

Άμυ, έρωτας στην εποχή των ιώσεων, πίσω στη βάση.

Πίσω στη βάση


01:40 μ.μ.


Η Άμυ άνοιξε την πόρτα και βγήκε μόνη της αυτή τη φορά, χωρίς τη συνοδεία του Αγιάννη. Όχι πως ο Αγιάννης δεν θα έκανε την κίνηση, απλά βιάστηκε να ανοίξει μόνη της την πόρτα. Η εξώπορτα της πολυκατοικίας έκλεισε κι ο καθένας πήρε τον δρόμο του. Μπαίνοντας στον ανελκυστήρα, η Άμυ άνοιξε το κινητό της, το οποίο τόσην ώρα δεν σταματούσε να δονείται από τις εισερχόμενες κλήσεις, της Μεταξίας, της μητέρας της, του αφεντικού της. Όλοι τους ανήσυχοι να μάθουν για την πορεία της υγείας της, για το πόρισμα του γιατρού, για την ιατρική συνταγή. Γέλασε σαρκαστικά. Δεν τηλεφώνησε κανέναν από τους τρεις περίεργους.
«Πιο μετά τους υπόλοιπους», σκέφτηκε, «αφού ξέρω πως θα ακούσω τον εξάψαλμο». Κάλεσε στο τηλέφωνο τη Σίρλεϊ και της τα είπε όλα! Με κάθε λεπτομέρεια. Κι η Σίρλεϊ άκουγε.
-Έβγαλες καμιά φωτογραφία; τη ρώτησε.
-Τον Αγιάννη;
-Τις ολάνθιστες αμυγδαλιές, καλέ, ποιον Γιάννη Αγιάννη!
Γέλασε η Άμυ. Πού μυαλό για φωτογραφίες!
-Θα με ξαναπάει ο Αγιάννης, είπε.
-Ευτυχώς που δεν θυμόσουν το επίθετο του γιατρού ούτε τη διεύθυνσή του. Μα είναι δυνατόν να πανικοβλήθηκες από έναν πυρετό;
Μα δεν είναι μόνο ο πυρετός, ήταν καχύποπτη μήπως είχε νοσήσει από τον κορονοϊό.
-Κι ο Αστέρης; Τι απέγινε ο Αστέρης;
-Πού θες να ξέρω; Ο Αστέρης ζει στο σύμπαν του κι εγώ στο δικό μου.
-Κι αν σε έψαξε στο ανθοπωλείο, όσο εσύ έτρεχες στον αμυγδαλεώνα; Το σκέφτηκες αυτό τρελιάρα;
Πώς να το σκεφτεί; Αφού η μηχανή του χρόνου έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα.
-Θα πάρω το αφεντικό μου να μάθω! Αλλά γιατί να πάρω, σάμπως τι με ενδιαφέρει; Είπε και την αποχαιρέτισε.
Και πριν προλάβει να καλέσει, χτύπησε ξανά το κινητό της.





Η αποκάλυψη



Ήταν η Μεταξία.
-Φιλενάδα είσαι απίστευτη!
Τι εννοούσε η Μεταξία με αυτό το απίστευτη, προσπαθούσε η Άμυ να καταλάβει. Αφού δεν ήξερε όλα όσα είχαν συμβεί. Ή μήπως ήταν η Άμυ που δεν ήξερε ακριβώς τι είχε συμβεί;
-Σε είδα στην τηλεόραση, καλέ, με τον Αστέρη! Ξέρεις πως το χειροφίλημα ήταν γύρισμα διαφημιστικού σποτ; Σήμερα το είπαν στις ειδήσεις, το μεσημέρι, πως ήθελαν να κάνουν ένα σποτ κι έστησαν τον ομορφάντρα, που εσύ ερωτεύτηκες με την πρώτη ματιά στα φανάρια, από όπου εσύ έχεις την τύχη να περνάς κάθε μέρα, πριν πας στη δουλειά. Κι ήταν στις εντολές του σκηνοθέτη, ο όμορφος άντρας να γυρίσει, όταν θα του έδιναν το σινιάλο, κι εσύ, μαρή, το 'χαψες πως σε κοίταξε και σε ερωτεύτηκε; Πως σε χειροφίλησε, γιατί είναι αληθινά ρομαντικός άντρας; Πάνε, χρυσή μου, αυτοί οι άνδρες, δεν υπάρχουν πια, δεν υπάρχει ρομαντισμός εις την σήμερον ημέρα.
Η Μεταξία μια ζωή στην απογοήτευση. Γιατί να μην υπάρχουν ρομαντικοί άντρες; Δεν λογάριασε την πιθανότητα να υπάρχουν, αλλά κάπου καλά να κρύβονται; Μήπως υπήρχαν, αλλά ντρέπονταν να αποκαλυφθούν; «Οι άντρες είναι πιο μυστήρια πλάσματα από εμάς τις γυναίκες» είχε πει κάποτε η μαμά της Άμυ, αλλά η Άμυ δεν είχε καταλάβει καλά τι ήθελε να πει. Τώρα, που μεγάλωσε, καταλαβαίνει καλύτερα. Αναρωτιόταν μήπως οι γυναίκες τούς έκαναν πολλές φορές να χάνουν τα λόγια τους, να μην ξέρουν πώς να τις φερθούν, να τρέμουν στην πιθανή απόρριψη, να φοβούνται μην τυχόν και τους ξεφύγει κάποιο δάκρυ. Γιατί αυτό με το «οι άνδρες δεν κλαίνε» κατέστρεψε πολλούς. Τι πιο φυσικό από το να εκτονωθεί η λύπη με ένα δάκρυ; Τι πιο φυσικό από το να θέλει ένας λυπημένος άνδρας να κλάψει; Κι όλη αυτή η καταπίεση, τούς έχει οδηγήσει στην πλήρη απόκρυψη του αληθινού ψυχισμού τους. Τα έλεγε της Μεταξίας  η Άμυ, αλλά εκείνη δεν ήθελε να ακούσει.
Κι όσο η Μεταξία μιλούσε, τόσο η Άμυ ένιωθε πως θα της έπεφτε το κινητό από τα χέρια. Κι όσο η Μεταξία ανέλυε το γύρισμα του διαφημιστικού σποτ, όπως το είδε στην τηλεόραση, άλλο τόσο της ερχόταν να κλάψει ή να γελάσει ή να φταρνιστεί ή να βήξει ή να το κλείσει ή να της μιλήσει ή να μη της μιλήσει ή δεν ήξερε κι ίδια πώς να αντιδράσει. Κι έμεινε να ακούει.
-Κορωναίος είναι το επίθετό του, Κορωνοϊός το έκαναν στο πλαίσιο των αναγκών του σποτ, είναι γνωστό ηθοποιός. Καλά, μαρή, ερωτεύτηκες έναν ηθοποιό; Έχεις θράσος!
Απογοήτευση η Άμυ. Τι να της έλεγε τώρα; Πως ερωτεύτηκε τον Γιάννη Αγιάννη; Θα γελούσε η Μεταξία πως η λογοτεχνία έχει επηρεάσει σημαντικά το μυαλό της φίλης της και πως πρέπει να κοιτάξει να κλείσει συνεδρία με ψυχίατρο.
-Από κοντά, με τσιγάρο και καφέ, έχω νέα να σου πω, της είπε και της το έκλεισε.
Κι η Μεταξία ξανακάλεσε.
-Πες τώρα και θα με σκάσεις. Συνέβη κάτι που δεν ξέρω;
-Είπα με καφέ και με τσιγάρο.
-Έφτασα.
Δίστασε η Άμυ.
-Ω, όχι, μην έρχεσαι, Μεταξία μου, δεν αισθάνομαι καλά, ξέρεις…
-Ξέρω, ξέρω, είσαι ερωτευμένη, έμαθες για τον αδερφό του Αστέρη, δεν είναι όμορφος σαν αυτόν, ή είναι τόσο όμορφος που δεν κάνει για μένα, ή έχεις μπλοκάρει ή ή ή …μα τι στο καλό σου συμβαίνει, θα με σκάσεις!
-Τίποτα, βρε, Μεταξία! Απλά είμαι λιγουλάκι κουρασμένη. Θα ξαπλώσω και μιλάμε μετά. Εσύ πως είσαι; Μήπως σε κόλλησα με τα φταρνίσματά μου;
-Έχω πυρετό τριάντα οχτώ μισό κι έχω το κινητό στο αυτί να μου ανεβάζει ακόμη περισσότερο τη θερμότητα. Κλείνω, άσε με να αρρωστήσω μόνη. Εσύ ασχολήσου με τον έρωτά σου!
Η Άμυ δεν άκουσε απάντηση, παρά μόνο σιωπή, κάτι που σήμαινε πως η γραμμή έκλεισε. Πήγε στο λουτρό και κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη. Όταν ο χρόνος κυλά τόσο γρήγορα, νιώθει πως χάνει τη γη κάτω από τα πόδια της. Νιώθει πως είναι πουλί που πετάει και αφήνει τη γη να γυρίζει στον δικό της ρυθμό. Κι όταν προσγειώνεται, της φαίνεται πολύ αργός ο ρυθμός περιστροφής, τόσο αργός που την κοιμίζει. Κοίταξε το πρόσωπό της και της φάνηκε πως είχε μια λάμψη υγείας κι όχι κορονοϊού. Μα πώς είναι δυνατόν;
Μέχρι πριν το μεσημέρι ένιωθε πυρετό, αδυναμία, ήταν πράσινη, σαν τα πράσινα μάτια του Αστέρη, και τώρα ένιωθε υγιής, λαμπερή, σαν τα λαμπερά καστανά μάτια του Αγιάννη. «Μωρέ μήπως Αγιάννης είναι το επίθετό του κι εγώ νόμιζα πως είναι λάτρης του Ουγκώ;», σκεφτόταν. Γιατί όμως δήλωνε άνεργος, αφού δουλειά είχε, οδηγός ταξί, είχε και τον αμυγδαλεώνα του, τι του έλειπε; Ήταν και χαριτωμένος, απλός, με ένα χαμόγελο που σε σκλάβωνε με την πρώτη ματιά.
Ανατίναξε τα μαλλιά της κι ένα άσπρο πέταλο, που είχε μπλεχτεί, ξεπρόβαλλε και κάθισε σαν κοκαλάκι στο πλάι των μαλλιών της. Το θαύμασε. Το πήρε προσεκτικά, το χάιδεψε απαλά μην στραπατσαριστεί, το ξανάβαλε στα μαλλιά της και χαμογέλασε. Το πιο όμορφο τσιμπιδάκι για νυφικό χτένισμα, σκέφτηκε και τα μάτια της λαμπύρισαν. Το κατώφλι των σαράντα χρόνων, που σύντομα θα έπρεπε να δρασκελίσει, ήρθε και πάλι απειλητικό στο μυαλό της.
Κοίταξε τα χείλη της. Πόσο θα ήθελε να μπορούσε να είχε το φιλί του Αγιάννη ζωγραφισμένο στα χείλη της! Τι όμορφα θα ήταν να μπορούσε να το δει! Αλλά το φιλί το γεύεσαι και μετά δεν μπορείς να το δεις αποτυπωμένο αυτό καθ’ αυτό. Μόνο τη γλυκύτητα που αποκτούν τα χείλη μπορείς να διακρίνεις κι αυτό το όμορφο ροζαλί χρώμα που έχουν αποκτήσει.

Ξάπλωσε στον αναπαυτικό καναπέ της. Ήθελε ησυχία τώρα. Ούτε περιστροφές της γης, ούτε πτήσεις, ούτε ring tones στο κινητό. Απόλυτη ησυχία. Σπάνια κατάφερνε να ηρεμήσει για πολύ ώρα, γιατί οι σκέψεις κι οι αγωνίες της στροβίλιζαν συνεχώς στο μυαλό της. Σήμερα όμως είχε κατακλυστεί από μια παράξενη ηρεμία που σίγουρα δεν ήταν δική της, αλλά δώρο του Αγιάννη. Της είχε μεταδώσει μια γαλήνη αυτός ο άνθρωπος, τι άνθρωπος δηλαδή, αυτός ο όμορφος άντρας, γιατί, ναι, όμορφος είναι, μπορεί να μην είναι ηθοποιός, σαν τον Αστέρη, αλλά είναι αληθινά όμορφος. Και μιλάει όμορφα. Και γελάει όμορφα. Και αγγίζει όμορφα. Και υποκλίνεται αληθινά, κι όχι προσποιητά. Τη στιγμή της υπόκλισης, δείχνει πως σέβεται, πως εκτιμά, πως κλίνεται υπό του άλλου. Κι ας τον λένε Γιάννη Αγιάννη, ωραίο όνομα.
Και πάλι σκέφτεται. Εκεί που είπε μέσα της να μην σκέφτεται καθόλου, εκεί άρχισε πάλι τις σκέψεις. Μα πώς έβγαζε τόσο σύντομα συμπεράσματα για έναν άνθρωπο που καλά καλά δεν πρόλαβε να γνωρίσει; Μήπως να γίνει πιο συνετή; Μήπως να πάψει να είναι επιπόλαια; Μα να μην είναι πλέον ο εαυτός της. Και το ένστικτο; Πάντα ακολουθούσε το ένστικτό της και στο τέλος την πατούσε. «Ωραίο ένστικτο», της έλεγαν οι φίλες της και αυτή αδιόρθωτη. «Θα με ανταμείψει κάποτε», απαντούσε αυτή. Και περίμενε την ανταμοιβή κάθε φορά.

Άνοιξε τα μάτια της. Καλύτερα ανοιχτά, παρά κλειστά, συλλογίστηκε, να βλέπω όταν σκέφτομαι, μήπως και σκέφτομαι πιο λογικά, μήπως το σκοτάδι με παρασύρει στο βαθύτερο ένστικτο. Κι έμεινε να κοιτάζει το ταβάνι με το απέραντο λευκό του. Και τότε αναρωτήθηκε πως είναι πολύ άστοχο αυτό το χρώμα στα ταβάνια, τα ταβάνια πρέπει να τα βάφουμε γαλάζια, λιλά, να ζωγραφίζουμε λίγα συννεφάκια και αν κάποιος το επιθυμεί, ας το βάψει και γκρίζο, όχι όμως λευκό. Βέβαια το λευκό δεν είναι χρώμα και το ταβάνι δεν είναι ουρανός. Αλλά το ταβάνι θα μπορούσε να παριστάνει τον ουρανό, αφού ζούμε τόσες ώρες κάτω από αυτό, το ελάχιστο που θα μπορούσαμε να προσφέρουμε στον εαυτό μας είναι ένα γαλάζιο ταβάνι!

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2020

Άμυ, έρωτας στα χρόνια των ιώσεων. Πέμπτο Κεφάλαιο, Στον αμυγδαλεώνα


Στον αμυγδαλεώνα12:20



Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Βρισκόντουσαν ήδη έξω από το Αττικό Άλσος. Τα πεύκα ξεπρόβαλλαν καταπράσινα, και μάλλον συμφώνησαν με τον Αγιάννη να πάει η Άμυ μαζί του στον αμυγδαλεώνα. Τα κοίταξε η Άμυ κι αυτά τής έκαναν νόημα με τα κλαδιά. Σαν να της χαμογέλασαν κιόλας. Αφού συμφωνούν και τα πεύκα, κάτι θα ξέρουν, συλλογίστηκε και ηρέμησε.
Κι όλα έξω έμοιαζαν να ανθίζουν να ζουν μια γιορτή κι αυτή να νιώθει πως ψήνεται στον πυρετό. Ή να νομίζει πως ψήνεται στον πυρετό. Μήπως ήταν η μέρα ιδιαίτερα ζεστή; Πόσο θα θελε να πάει στον αμυγδαλεώνα και να συναντούσε τον Αστέρη, έστω με τον Κορονοϊό, να την χειροφιλούσε ξανά, ή και να την φιλούσε στο μάγουλο, μα μεγάλοι άνθρωποι είναι, ας προχωρούσαν στο στόμα, επιτέλους!
-Πάμε, είπε μονολεκτικά, μια λέξη που ξέφυγε από το στόμα της καθώς οραματιζόταν το φιλί με τον Αστέρη.
Δαγκώθηκε. «Τι πάμε», σκέφτηκε, «πού τον ξέρεις ξένο άνθρωπο και θα πας στον αμυγδαλεώνα του;» λες κι άκουγε τη μητέρα της. Ο Αγιάννης είχε ήδη επιταχύνει. Το τοπίο περνούσε γρήγορα στα μάτια της κι η Άμυ να μην τολμάει να του πει πως πρέπει να επιστρέψει σπίτι της. Χτύπησε το κινητό της. Ήταν η Μεταξία. Τι να ήθελε πάλι; Δεν το σήκωσε. Το άφησε να χτυπά και να ξαναχτυπά. Μετά από λίγο έκανε σίγαση στο τηλέφωνο. Τι να έλεγε στη Μεταξία αν απαντούσε; Πως πήγαινε σε έναν αμυγδαλεώνα με τον ταξιτζή που είναι άνεργος γεωπόνος, που λατρεύει τις αμυγδαλιές και πάνε να τη συστήσει τις αμυγδαλιές που είναι μία προς μία ξεχωριστή;
Σκέφτηκε μήπως την περάσει για ελαφρόμυαλη ο Αγιάννης κι έπειτα σκέφτηκε πως μπορεί κι ο ίδιος να έκανε αυτή την σκέψη για τον εαυτό του. Μήπως όλοι σκεφτόμαστε το ίδιο, μήπως όλοι θέλουμε να τολμήσουμε και δεν τολμάμε; Μήπως ο Αγιάννης είναι πιο αυθόρμητος; Μα κι αυτή είναι, κι επιπόλαια επίσης. Κι από το μειονέκτημα αυτό, όπως όλοι τής το τονίζουν, οφείλονται όλα τα κακά, όλες οι αποτυχημένες σχέσεις της. Δεν μπορούσε να απαντήσει στα ερωτήματά της. Και το αυτοκίνητο έτρεχε. Κι έπειτα γέλασε με την ψυχή της. Ο Αγιάννης την κοίταξε απορημένος.
-Σαν να σου πέρασε ο πυρετός, είδες που είχα δίκιο; Στο μυαλό σου ήταν όλα! Ένας τοσοδούλης ιός είναι και τίποτα παραπάνω! Μίλησε πρώτη φορά στον ενικό.
-Έχω λόγο να γελάω, θες να στον πω; Συνέχισε κι η Άμυ στον ενικό.
-Αν νιώσω ανασφάλεια θα αρχίσω να τρέχω στο πουθενά, κι εσύ θα φωνάζεις «Στάσου μυγδαλιά!» κι η πλάκα είναι πως θα μιλάς κυριολεκτικά!
Γέλασαν με την ψυχή τους. Είχε σταματήσει στο φανάρι και το κόκκινο κρατούσε πολύ στον κόμβο. Γύρισε ο Αγιάννης και κοιταχτήκανε αρκετά δευτερόλεπτα. Το καστανό των ματιών του μπερδευόταν με το πράσινο του Αστέρη, κι ήταν κι αυτά τόσο όμορφα, τόσο αληθινά. Και τότε αναρωτήθηκε η Άμυ μήπως του Αστέρη ήταν φακοί επαφής; Σαν κάπως γυάλινα έμοιαζαν τώρα που το καλοσκεφτόταν με την ησυχία της. Ένιωσε λίγη αμηχανία και το πράσινο σαν να το κατάλαβε και οι κόρνες ξύπνησαν τον οδηγό κι έβαλε πρώτη.
-Σε λίγο φτάνουμε, είπε κάπως σοβαρά.
Σιωπή ακολούθησε. Σαν να τους ακινητοποίησε και τους δυο μια παράξενη αμηχανία. Κι Άμυ σκεφτόταν: ένας τοσοδούλης ιός, λες κι είναι παραμύθι. Κι ο Αγιάννης σκεφτόταν: μία προς μία διαφορετική και τούτη ακόμη πιο πολύ. Μία στροφή δεξιά, μία αριστερά κι έφτασαν. Η ίδια κίνηση του Αγιάννη  να της ανοίξει την πόρτα. Κι ένιωσε και πάλι σαν σε άλλη εποχή η Άμυ. Του δωσε το χέρι κι αγγίχτηκαν οι παλάμες τους. Ζεστή η μία, κρύα η άλλη, οι θερμότητές τους αναμίχθηκαν. Βγήκε προσεκτικά από το αυτοκίνητο κι ένιωσε τις ηλιαχτίδες βροχή στα μαλλιά της. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι ένωσε να την πλημμυρίζει η ευωδιά. Ο Αγιάννης την πήρε αλά μπρατσέτα. Χαμογέλασε η Αμυ. Απίστευτο της φαινόταν το σκηνικό. Όλες οι αμυγδαλιές ολάνθιστες, άσπρες σαν νυφούλες.
Εγώ πότε θα ντυθώ νυφούλα; Αναρωτήθηκε. Ο Αγιάννης συνέχιζε να την κρατάει αλά μπρατσέτα και περπατούσαν, έσκυβαν στα χαμηλά κλαδιά, άγγιζαν τα κλαδιά, γελούσαν. Σαν μικρά παιδιά άρχισαν να τρέχουν. Πάει κι ο ιός της Άμυ πάει και η αμηχανία. Πάει κι ο Αστέρης που είχε στο μυαλό της. Έφυγε και στα μάτια της ήταν ο Αγιάννης, ο άνεργος γεωπόνος με τις αμυγδαλιές του. Ένιωσε πρώτη φορά απελευθερωμένη. Ένιωσε πρώτη φορά ανάμεσα στις αμυγδαλιές να είναι ο εαυτός της. Μπλεκόταν στα κλαδιά κι ένιωθε πως οι αμυγδαλιές την έντυναν νυφούλα. Κι ο Αγιάννη ς την κοιτούσε εκστασιασμένος.
-Δεν έχω δει πιο όμορφη αμυγδαλιά! Ξεστόμισε. Κι η Άμυ το άκουσε. Του χαμογέλασε, κι όπως είχαν πλησιάσει ο ένας τον άλλον, τους χώριζε ένα κλαδί μοναχά, το παραμέρισε απαλά ο Αγιάννης, πλησίασε τα χείλη του στα χείλη της Άμυς, ήθελε να τα γευτεί. Η Άμυ ακινητοποιημένη, τον κοιτούσε μέσα στην ομορφιά της φύσης, και τα μάτια του της φάνηκαν τα πιο όμορφα καστανά μάτια που είχε ποτέ της δει, το χαμόγελό του το πιο αληθινό που είχε ποτέ της δει και τα χείλη του τα πιο ποθητά από όσα είχε φιλήσει. Μια φευγαλέα σκέψη, πως δεν είναι έφηβη ούτε καν φοιτήτρια να ερωτεύεται τόσο αστραπιαία ήρθε και χτύπησε ένα καμπανάκι στο μυαλό της. Πως πρέπει να σοβαρευτεί επιτέλους, κοντεύει στο κατώφλι των σαράντα άλλωστε, πως οι σοβαρές σχέσεις δεν ξεκινάνε σε ένα ταξί και δεν συνεχίζονται σε έναν αμυγδαλεώνα. Έδιωξε την συντηρητική αυτή σκέψη κακήν κακώς. Και κλειδαμπάρωσε και το μυαλό της. Αφέθηκε στο φιλί του χωρίς να σκέφτεται τίποτα. Ο Αστέρης είχε ήδη σβήσει από το μυαλό της, είχε ξεχαστεί, σε αυτήν την τόσο ασθενική μνήμη, εξάλλου μία φυσιογνωμία που δεν είχε τίποτε το αληθινό δεν θα μπορούσε να μείνει για πολύ γραμμένη.


Απόλαυσαν το φιλί τους κι οι αμυγδαλιές τούς αγκάλιαζαν. Τέτοιο φιλί δεν είχε ποτέ της γευτεί η Άμυ. Ανάμεσα σε συνονόματες αμυγδαλιές ένιωθε μια παράξενη οικειότητα. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά και της έφερνε μια θέρμη πιο δυνατή κι από αυτήν του ιού. Ο τοσοδούλης ιός είχε γίνει παρελθόν. Το ίδιο κι ο Αστέρης κορονοϊός. Ο Αγιάννης πήρε την πρωτοβουλία να την ξαναβάλει στη μηχανή του χρόνου. Όπως είχαν βγει πριν λίγο, τώρα έπρεπε να επιστρέψουν σε αυτήν.
Κατευθύνθηκαν προς το ταξί. Της άνοιξε με την ίδια τελετουργία την πόρτα, αυτή μπήκε ντροπαλά, έχοντας το φιλί του στα χείλη της. Του χαμογέλασε, χαμογέλασε και στις αμυγδαλιές. Αυτές ανατίναξαν τα κλαδιά τους και έστειλαν κάτασπρα πέταλα μέσα στο σαλόνι του αυτοκινήτου. Ο Αγιάννη ς έβαλε μπρος και σύντομα βρέθηκαν στο κέντρο της Αθήνας. Είχαν ήδη πει πολλά στη διαδρομή, αντάλλαξαν τηλέφωνα, κανόνισαν την βραδινή έξοδο –θα έβγαιναν την ίδια κιόλας βραδιά-, μίλησαν λίγο για τις ζωές τους. Την άφησε έξω από την πολυκατοικία της. Αποχαιρετίστηκαν με ένα χαμόγελο κι ένα άγγιγμα των δαχτύλων. Σαν ντροπαλά παιδιά, δεν τόλμησαν να φιληθούν ξανά.


Άμυ, έρωτας στα χρόνια των ιώσεων. Τέταρτο Κεφάλαιο, η Σίρλεϊ



Η Σίρλεϊ


12:15 μ.μ.

Και τότε η Άμυ θυμήθηκε πως η Σίρλει, η κολλητή της που ήταν γιατρός θα μπορούσε να τη συμβουλεύσει τι να κάνει. Γράφει στα γρήγορα:
«Έχω την εντύπωση πως νοσώ από τον κορονοϊό, να πάω στον παθολόγο μου; απάντησέ μου όσο πιο γρήγορα μπορείς».
Κι η Σίρλεϊ που εκείνη την ώρα επειγόταν, γιατί είχε τον ασθενή ημίγυμνο, απάντησε:
«Πάνε καμιά βόλτα να σε χτυπήσει καθαρός αέρας καλύτερα»
«σε αμυγδαλεώνα αγνώστων λοιπών στοιχείων να πάω;»
«να βγάλεις φωτογραφίες, είναι στην άνθηση»
«οκ».
Αυτό ήταν, την πήρε την έγκριση από την Σίρλεϊ. Ναι, αλλά δεν της είχε πει πως το «αγνώστων λοιπών στοιχείων» σήμαινε πως θα πήγαινε με άγνωστο άντρα που έδειχνε να την συμπαθεί. Ε, αν το ήξερε σίγουρα θα της έλεγε όχι μόνο να βγάλει φωτογραφίες αλλά να ανοίξει και τα μάτια της. Οπότε είπε στον ξεχωριστό αυτό ταξιτζή άνεργο γεωπόνο:
-Πάμε, και δεν το είπε τόσο διστακτικά όσο υπολόγιζε.
«Αχ, Σίρλεϊ, τι μου κάνεις! Ας ελπίσουμε να μου βγει σε καλό όλο αυτό», συλλογίστηκε και απλά αφέθηκε στην ομορφιά της διαδρομής.

Τέτοια ήταν η φίλη της η Ευπραξία, Σίρλεϊ όμως τη φώναζε. Όταν ήταν μικρή έμοιαζε τη γνωστή αμερικάνα μικρούλα ηθοποιό με το γλυκό προσωπάκι και τις υπέροχες μπούκλες κι από τότε η Άμυ τη φώναζε Σίρλεϊ. Το Ευπραξία δεν άρεσε καθόλου στην Σίρλεϊ, σε κανέναν βασικά δεν άρεσε παρά μόνο στη γιαγιά της Ευπραξία. Και τότε οι μανάδες δεν είχαν πυγμή, όπως οι σημερινές, ήταν παραδοσιακές κι έλεγαν πάντα ναι ή όχι, ανάλογα αν έλεγε η πεθερά ναι ή όχι. Έτσι όταν η γιαγιά Ευπραξία πήγε στο μαιευτήριο να δει το νεογέννητο κοριτσάκι, ήταν φουσκωμένη σαν παγώνι και ξεστόμισε την κλασική ατάκα: Ευπραξούλα μου, γλυκό μου εγγονάκι και την πήρε αγκαλιά. Τι να έλεγε η μητέρα της; Ναι, τι άλλο; Ευπραξία, είπε κι η μητέρα της ψιθυριστά. «Θα κάνει ίσως καλές πράξεις στη ζωή της, αν μου μοιάσει», σκέφτηκε κι έτσι αποδέχτηκε αυτό το όχι και τόσο κολακευτικό όνομα για γυναίκα. Κι η Ευπραξία μεγάλωσε, κι έγινε ένα τρισχαριτωμένο κοριτσάκι, που μόνο καλοσύνη σκορπούσε κι είχε ένα γλυκό χαμόγελο για όλο τον κόσμο, ακόμη και για τα αγόρια στο σχολείο που τη φώναζαν χοντρούλα.
Κι όταν άρχισε να παίζει στην ασπρόμαυρη τηλεόραση εκείνο το σίριαλ με την μικρή Σίρλεϊ Μακ Τεμπλ, όλα τα αγόρια άρχισαν να την κυνηγάνε στο διάλειμμα και αυτή έτρεχε. Έμοιαζε τόσο με τη μικρή αμερικάνα σταρ, που αν δεν την έβλεπες στη γειτονιά της Αθήνας και την συναντούσες σε κάποια αμερικανική λεωφόρο, θα την σταματούσες να της ζητήσεις αυτόγραφο.
Κι όταν πέρασαν κι άλλα χρόνια κι η Σίρλεϊ έπρεπε να αποφασίσει τι κλάδο θα διαλέξει αυτή επέλεξε την ιατρική. Η μητέρα της είπε πως το είχε διαισθανθεί, γιατί μια Ευπραξία μόνο καλές πράξεις κάνει, άρα ήταν σχεδόν μοιραίο να ακολουθήσει την ιατρική. Την ένιωθε στο αίμα της την επιστήμη αυτή. Όχι μόνο επειδή ήταν το αγαπημένο της παιχνίδι από μικρή –ξάπλωνε τις φίλες της και παρίστανε τη σοβαρή γιατρό με το παιχνίδι στηθοσκόπιο και το θερμόμετρο κι έλεγε τη διάγνωση της ασθένειας με υποκριτική σοβαρότητα μεγάλης γιατρού.
Όταν πέρασε στην Ιατρική σχολή, μιλούσε με πάθος στους συμφοιτητές της για την ολιστική θεώρηση του ανθρώπινου οργανισμού. Έψαχνε συγγράμματα, διάβαζε, μελετούσε. Έμαθε πολλά, μελετούσε τα βιβλία της σχολής, αλλά ήθελε και το παραπάνω. Όμως οι συμφοιτητές της δεν συμφωνούσαν. Η κλασσική ιατρική, της έλεγαν, θεραπεύει την ανθρωπότητα, όλα αυτά που μας λες είναι για τους αφελείς. Μα η Σίρλεϊ δεν τους παρεξηγούσε. Συνέχιζε να ψάχνει και να διαβάζει. Κι οι παρέες από την σχολή την εξοστράκιζαν κι αυτή δεν αισθάνθηκε απόρριψη, παρά πως ήταν ανίκανοι να αντιληφθούν το διαφορετικό. Κι ίσως της έκαναν καλό, γιατί η Σίρλεϊ ήταν αγαπητό κορίτσι, κι όμορφο και ζουμερό. Κι αν δεν ήταν αρεστή στις φοιτήτριες και τους φοιτητές της Ιατρικής, αυτό δεν πτόησε το ηθικό της, η Σίρλεϊ σύντομα γνώρισε νέους από άλλες σχολές και δικτυώθηκε τόσο πολύ που είχε αρχίσει να γλεντάει περισσότερο από το να μελετά. Βέβαια κι αυτό ήταν ένα είδους μελέτης κοινωνιολογικής, γιατί ο γιατρός δεν πρέπει να είναι ξεκομμένος από την κοινωνία, αλλά να ζει μέσα σε αυτήν.
Το χυμώδες κορμί της, οι αέρινες κινήσεις της, τα μακριά σγουρά μαλλιά της, σαν από πίνακα της αναγέννησης βγαλμένη, με την ομορφιά της λευκής σάρκας και τα ρόδινα μάγουλα, με τα γλυκά μάτια και το αθώο ύφος, η Σίρλεϊ γοήτευε τους άνδρες. Το παιχνίδι της γοητείας ήταν για μια κοπέλα σαν τη Σίρλει, ένα αθώο παιχνίδι χωρίς σύνδρομα ανασφάλειας ούτε επιτήδευσης. Ήταν απλά ένα παιχνίδι που της άρεσε να παίζει, χωρίς ίχνος φιλαρέσκειας και ναρκισσισμού. Και αυτό κάποιοι άνδρες το εκτιμούσαν. Αυτούς τους άνδρες η Σίρλεϊ τους αγάπησε βαθιά.
Κι έπειτα που άρχισε να ασκεί την ιατρική η Σίρλεϊ κοιτούσε τους αρρώστους βαθιά στα μάτια, αφουγκραζόταν τον πόνο τους, έψαχνε την ψυχή τους, να δει αν φοβούνται την αρρώστια, άγγιζε τα χέρια τους και τους έδινε δύναμη μέσα από το άγγιγμα. Μιλούσε με την ήρεμη φωνή της και ο ασθενής ένιωθε πως είχε μπροστά του την προσωποποίηση της ίασης και της γαλήνης.  

Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

Άμυ, έρωτας στα χρόνια των ιώσεων. Τρίτο Κεφάλαιο, H γνωριμία με τον άνεργο γεωπόνο


  
H γνωριμία με τον άνεργο γεωπόνο


11:59 π.μ.



Έφυγε η Μεταξία με ένα πλατύ χαμόγελο χαράς. Κι η Άμυ έμεινε να την κοιτάζει και να κρυφογελά. Έκανε ένα βήμα να διασχίσει το δρόμο, μα τότε θυμήθηκε πως το αφεντικό της της είχε δώσει το δεκάευρω να πάρει ταξί και να πάει στον γιατρό. Προτίμησε να στερηθεί τις υπηρεσίες της ως εργαζόμενή του. Φοβόταν μην του αρρωστήσουν τα φυτά, μην μαραθούν οι εισαγόμενες τουλίπες. Ο κύριος Κώστας ήταν καλός με τα φυτά του, κάθε μέρα παρών στο ανθοπωλείο, ήθελε να τα μιλάει, να τα συντροφεύει. Δεν είχε άλλη παρέα στη ζωή του, μόνο τα άνθη και τα φυτά στις γλάστρες. Κι αν τον ρωτούσες αν είναι ευτυχισμένος κοιτούσε τις ζέρμπερες και τα ανθούρια κι απαντούσε: με τόση ομορφιά στη ζωή μου, θα ήμουν αχάριστος αν δεν ένιωθα ευτυχισμένος. Είχε τη δική του φιλοσοφία, τον δικό του χώρο, τους δικούς του φίλους, τα φυτά. Κι αυτό του αρκούσε. Είχε βρει τις ισορροπίες του, καθώς με τις γυναίκες υπήρξε άτυχος.





Έτσι λοιπόν η Άμυ πήρε πίσω το ξανοιγόμενο προς τα εμπρός βήμα. Αναρωτιόταν αν έπρεπε να πάει στον γιατρό ή να πάει σπίτι της να χωθεί κάτω από τα πάπλωμά της. Προτίμησε το πρώτο. Οι οδηγίες στην τηλεόραση έλεγαν πως αν νιώσεις πυρετό πρέπει να πας στον γιατρό. Ή μήπως έλεγε μετά από μερικές μέρες; Αυτό δεν το θυμόταν η Άμυ με την μικρή αμνησία που διέθετε, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και αφηρημάδα.

-Ταξί, ταξί! Φώναξε, μα το ταξί συνέχισε την πορεία του.
-Ταξί, ταξί! Επανέλαβε στο επόμενο, και πάλι μάταια. Επίτηδες το κάνουν και δεν σταματούν; Αναρωτήθηκε. Τι κακό κι αυτό. Και μέχρι να κοιτάξει το κινητό που χτυπούσε μανιωδώς, ένα ταξί σταμάτησε στα πόδια της. Ο οδηγός κατέβασε το παράθυρο κι έσκυψε να τη ρωτήσει.
-Φωνάξατε ταξί, δεσποινίς;
Η Άμυ κοίταξε όλο απορία. Αυτό δεν το περίμενε. Όταν φώναξε ταξί, κανένα δεν σταμάτησε και τώρα που κρατούσε το τηλέφωνο κι απαντούσε με το «εμπρός», έπρεπε ταυτόχρονα να απαντήσει και στον ταξιτζή.
-Ναι, είπε διστακτικά.
Κι η μητέρα της, μέσα από την τηλεφωνική γραμμή:
-Άμυ, θα φέρεις κορίτσι μου, το μεσημέρι όπως θα έρχεσαι από το σούπερ μάρκετ γάλα;
-Ναι, απάντησε η Άμυ, κι ούτε που συγκράτησε τι της παρήγγειλε η μητέρα της.
Κι ο ταξιτζής περίμενε υπομονετικά πότε η πελάτισσα, που είπε μόλις δύο «ναι», θα επιβιβαζόταν στο αυτοκίνητο. Κι άφησε την υπομονή του, βγήκε από το ταξί, της άνοιξε την πόρτα και υποκλινόμενος, της έδειξε τα πίσω καθίσματα. Τόση αντρική ευγένεια η Άμυ δεν είχε ξαναβιώσει. Μια το χειροφίλημα, μια η πόρτα του ταξί. Τι να έπαθαν ξαφνικά οι άνδρες; Μήπως είχαν ξεκοκαλίσει κι αυτοί τον Γρηγόριο Ξενόπουλο; Του χαμογέλασε, είπε ευχαριστώ και μπήκε στο ταξί. Κι όπως τακτοποιούνταν, ο ταξιτζής έκανε την καθιερωμένη ερώτηση:
-Πού πάμε;
-Στον γιατρό, απάντησε η Άμυ σαν μικρό παιδί.
-Αρρωστήσατε;
-Ναι, έχω κολλήσει τον κορονοϊό, νομίζω δηλαδή, ή τέλος πάντων έχω γρίπη, έχω πυρετό και ..
Ξερόβηξε ο ταξιτζής και δεν έδειξε καμία κίνηση να έχει τρομοκρατηθεί στο άκουσμα της λέξης κορονοϊού. Τουναντίον, χαμογέλασε.
-Σε ποιον γιατρό θα σας πάω;
Δύσκολη ερώτηση κι αυτός ο ταξιτζής. Η Άμυ δεν είχε συγκρατήσει ποτέ το αληθινό όνομα του γιατρού. Φταίει που η μητέρα της πάντα της έκλεινε ραντεβού ή γιατί ποτέ δεν ενδιαφερόταν η ίδια να μάθει. Θυμόταν μόνο το όνομα, «Θρασύβουλος», αλλά ακόμη κι αν είναι σπάνιο το όνομα, σε μια μεγάλη πόλη σαν την Αθήνα, γιατροί με όνομα «Θρασύβουλος» υπάρχουν πολλοί. Ο ταξιτζής παρακολουθούσε από τον καθρέφτη την πελάτισσά του, που την έβρισκε καθόλα φυσιολογική.
-Κι αν δεν θυμάστε το επίθετο, είμαι σίγουρος πως θα τον βρούμε. Η διαδρομή θα σας βοηθήσει να θυμηθείτε, είπε και με ένα χαμόγελο στα χείλη συνέχισε να οδηγεί.
Η Άμυ δεν έκανε καμία προσπάθεια να θυμηθεί. Η μόνη της ελπίδα ήταν να θυμηθεί τη διαδρομή, αλλά κι αυτήν ποτέ της δεν την είχε προσέξει. Όταν ήταν σε ταξί ή με το αυτοκίνητο της Μεταξίας  έπαιζε με το κινητό της κι έπειτα στον γιατρό πήγαινε πάντα με ιδιωτικό μέσο μεταφοράς, περισσότερο για να φτάσει πιο γρήγορα, παρά από σεβασμό στους συνεπιβάτες.

Μήπως να έπαιρνε τηλέφωνο τη μάνα της να τη ρωτήσει; Μα δεν ήθελε να της πει τίποτα. Ήταν τόσο φοβιτσιάρα που θα πίστευε πως θα κολλούσε μέσω της τηλεφωνικής συνδιάλεξης και το βράδυ θα της πήγαινε κοτόσουπα να φάει και πορτοκάλια για να στύψει. Κι Άμυ δεν ήθελε ούτε κοτόσουπα ούτε πορτοκάλια. Τον όμορφο άντρα, τον Αστέρη, που έλαμπε σαν τα αστέρια ήθελε να ονειρευτεί κάτω από το πάπλωμά της, μετά που θα επέστρεφε από τον γιατρό. Όχι να ακούει εξάψαλμο. Έτσι έμεινε με την απορία πώς λένε τον γιατρό στο επίθετο.
-Ξέρετε, το να αρρωσταίνουμε δεν είναι και τόσο κακό πολλές φορές. Μπορεί να μας κουράζει, αλλά έχει και τα θετικά του.
Η Άμυ χαμογέλασε.
-Αν εννοείτε την κοτόσουπα, την απεχθάνομαι.
Ο ταξιτζής γέλασε δυνατά.
-Όχι, δεν εννοούσα αυτό, εννοούσα πως αρρωσταίνοντας αποκτούμε ανοσία, παράγονται αντισώματα από τον οργανισμό μας, κι έτσι την επόμενη φορά που ο ιός μάς προσβάλει τα συμπτώματα θα είναι πιο ήπια.
Η Άμυ έμεινε άναυδη. Ταξιτζής επιστήμονας! Σκέφτηκε.
-Λέτε δηλαδή πως πρέπει να χαίρομαι; Κι αν κόλλησα κορονοϊό; Κι αυτό καλό;
-Καλύτερο δεν υπάρχει, και αν είναι εύκολο θα ήθελα παρακαλώ να με κολλήσετε!
Παράξενος αυτός ο ταξιτζής, μα είναι δυνατόν να επιθυμεί να κολλήσει κιόλας; Τι ήταν; Τα μικρά παιδάκια του δημοτικού να κολλήσει το ένα το άλλο την ανεμοβλογιά; Η Άμυ δεν ένιωθε καλά. Από τη μια καιγόταν στον πυρετό από την άλλη δεν θα έβρισκε με τίποτα το ιατρείο. Αδιέξοδο. Κι ο ταξιτζής να της λέει τα πιο παράξενα πράγματα που έχει ακούσει ποτέ της.
-Είστε γιατρός; Ρώτησε αυθόρμητα, για να της φύγει η απορία για τις τόσες γνώσεις του ταξιτζή.
-Την αλήθεια θα την μάθετε μόνο από έναν άνεργο γεωπόνο, ποτέ από έναν γιατρό.
Ώστε είναι γεωπόνος! μονολόγησε η Άμυ. Δεν ήξερε πώς να συνεχίσει τη συζήτηση, δεν ήξερε καν αν ήθελε να συνεχίσει τη συζήτηση. Ήθελε να θυμηθεί το χειροφίλημα και τον Αστέρη. Αφέθηκε στη φαντασία της, στο πρωινό αυτό που της επιφύλαξε η μοίρα, στον όμορφο άντρα στο φανάρι, στο φιλί που της έδωσε στο χέρι, ο μοναδικός άνδρας στη ζωή της που την είχε φιλήσει στο χέρι. Κι η σκέψη της διακόπηκε ξαφνικά, όταν χτύπησε το τηλέφωνο του ταξιτζή.
-Παρακαλώ, ναι, είμαι ο Αγιάννης, τι θα θέλατε;
Με ένα «ευχαριστώ δεν με ενδιαφέρει» ο Αγιάννης -ή Γιάννης;- άφησε το κινητό στη θέση του συνοδηγού.
-Αγιάννης ή Γιάννης είναι το όνομά σας; Είπε η Άμυ κι απόρησε με το θάρρος που πήρε από το πουθενά. Από τον Γρηγόριο Ξενόπουλο πέρασε στον Βίκτωρα Ουγκώ.
-Τι Αγιάννης, τι Γιάννης; Έχει καμία σημασία; Κι ο ταξιτζής γύρισε το κεφάλι του και την κοίταξε στα μάτια.
Τα μάτια τους συναντήθηκαν κάτω από τον ουρανό του αυτοκινήτου κι ήταν σαν να φωτίστηκε από το εσωτερικό φωτάκι η ατμόσφαιρα. Μόνο που ήταν μια ηλιαχτίδα που εισέβαλε από το μισάνοιχτο παράθυρο και τους αγκάλιασε ζεστά. Τα μάτια του ήταν χαμογελαστά, σπιρτόζικα, καμία σχέση με τα λάγνα μάτια του Αστέρη.
-Το επίθετο του γιατρού δεν το θυμάστε, σίγουρα όμως θυμάστε το όνομά σας.
Και τώρα η δύσκολη ώρα. Ποιο από τα δυο να πει; Και τα δυο; Το βαφτιστικό ή το υποκοριστικό; Ένιωσε πως είχε μεγαλώσει, η Άμυ είχε ενηλικιωθεί έστω και κάπως καθυστερημένα. 
-Αμυγδαλιά.
-Ωραίο δένδρο, ναι συμφωνώ, έχω καμιά εκατοσταριά. Κάθε μία ξεχωριστή.
-Αμυγδαλιά είναι το όνομά μου, είπε αποφασιστικά και χωρίς δισταγμό η Άμυ.
Κι ο Αγιάννης χαμογέλασε ευχάριστα.
-Δεν έχω ξανακούσει πιο όμορφο γυναικείο όνομα! Αμυγδαλιά με το όμορφα άνθη! Τη λατρεύω!
Γεωπόνος είναι, δένδρα θα λατρεύει, σκέφτηκε η Άμυ και χαμογέλασε κι αυτή. Κι ο πυρετός δεν έλεγε να την αφήσει.
-Αμυγδαλιά, λοιπόν, θεωρώ πως κάπου πρέπει να σας «παραδώσω». Στον γιατρό πάντως δεν σας παραδίδω.
-Φαρμάκης
-Θρασύβουλος Φαρμάκης, επανέλαβε η Άμυ.
-Και θέλετε να μου πείτε πως επιθυμείτε να σας πάω σε έναν γιατρό που τον λένε Θρασύβουλο και Φαρμάκη, να σας ακροαστεί, να σας δώσει φάρμακα, να σας πονάει το στομάχι, να μελαγχολήσετε! Εγώ, ένας Γιάννης Αγιάννης δεν μπορώ να το κάνω αυτό.
Η Άμυ δεν πίστευε αυτό που ζούσε εκείνη την ημέρα, και δεν είχε μεσημεριάσει ακόμη. Ένα ερωτοχτύπημα με έναν λυγερό άνδρα που ονομάζεται Κορονοϊός και Αστέρης μαζί, τις υποδείξεις της φίλης της πως μάλλον έπεσε σε λάθος πρόσωπο κι αυτή τη φορά, και τώρα βρίσκεται σε ένα ταξί με έναν επιστήμονα ταξιτζή και δεν ξέρει πού να πάει.
-Έχει όμορφη μέρα, και δούλευα βραδυνός. Θα πάω στον αμυγδαλεώνα μου, έρχεστε; Εκεί θα βρείτε τις συνονόματες αμυγδαλιές.
-Συνονόματες αμυγδαλιές, επανέλαβε η Άμυ και κοίταξε έξω από το παράθυρο να χαμογελάσει στα δένδρα που την χαιρετούσαν χαρωπά από το πεζοδρόμιο. 



Παρασκευή 27 Μαρτίου 2020

Άμυ, έρωτας στα χρόνια των ιώσεων.Δεύτερο Κεφάλαιο, η Μεταξία

Η Μεταξία


10:31 π.μ.


-Άμυ, δεν μας μιλάς σήμερα; Πολύ αφηρημάδα!
Άκουσε τη φωνή της Μεταξίας, που μόλις την είχε προσπεράσει και δεν το είχε αντιληφθεί. 
-Μεταξία μου, πού να στα λέω, είπε η Άμυ και της ξέφυγε ένα δυνατό φτάρνισμα. 
Όλα τα σωματίδια εκτοξεύτηκαν στο πρόσωπο της Μεταξίας. Δυσανασχέτησε λιγάκι, δεν είναι εποχή αυτή για φταρνίσματα κατά πρόσωπον. 
-Τι έπαθες κι είσαι έτσι κόκκινη σήμερα; Βρε, μπας κι έχεις πυρετό; 
-Πυρετό κι έρωτα, Μεταξία μου, πού να στα λέω!
-Να μου τα πεις, όχι όμως στο πόδι, τσιγάρο και καφές. Άμεσα. 
-Άμεσα; 
-Πες το αφεντικό πως πας νοσοκομείο, μαρή, πες πως κόλλησες τον κορονοϊό. Σε περιμένω στο καφέ μας, τώρα! 
Η Άμυ σαν υπνωτισμένη υπάκουσε τις εντολές της φίλης της. Της είχε εμπιστοσύνη. Άλλωστε ήταν τόσο μπερδεμένη που το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να υπακούει κάποιον έμπιστο, και τι πιο έμπιστο από την Μεταξία; Η κρίση της ήταν πάντοτε σωστή, μετρημένη, ζυγιασμένη. Ποτέ δεν έπραττε επιπόλαια, ποτέ δεν έκανε τολμηρά ανοίγματα. Συνεπώς η εντολή της ήταν λογική. Θα πίνανε καφέ να της τα πει με το νι και με το σίγμα. Το αφεντικό μόλις άκουσε για κορονοϊό δεν χρειάστηκε να ακούσει δεύτερη κουβέντα. Έβγαλε δέκα ευρώ για το ταξί και την ξεπροβόδισε κιόλας. 
-Πάρε με τηλέφωνο, όταν διαγνωστεί η ασθένεια, της είπε και μπήκε βιαστικός στο ανθοπωλείο. 
Δεν πρόλαβε να τον ευχαριστήσει η Άμυ. Κοιτούσε τα δέκα ευρώ και σκεφτόταν αν θα ήταν σωστό να κεράσει την Μεταξία καφέ με τα λεφτά, μιας κι ακόμη δεν είχε πληρωθεί το μηνιάτικο. Σαν την ένοχη, περπάτησε με χαμηλωμένο βλέμμα. Δεν ήθελε να βλέπει κανέναν, μοναχά να φτάσει στην καφετέρια και να εξομολογηθεί τον έρωτά της. Ένα αψιού ακόμη της ήρθε, όμως το συγκράτησε. Αυτός ο ξαφνικός ρατσισμός των ανθρώπων, να περιθωριοποιούν με ένα φτάρνισμα τους συνανθρώπους τους, την ενοχλούσε. Και δεν ήθελε να νιώθει περιθωριοποιημένη. 
Με γρήγορο βηματισμό δεν άργησε να φτάσει στον προορισμό της. Η Μεταξία είχε ήδη παραγγείλει τους καφέδες, εξάλλου ήξερε καλά τη φίλη της. Διπλό σκέτο ελληνικό για την Άμυ, καπουτσίνο για την ίδια. 
-Βάλε μια μάσκα και ξεκίνα! Της είπε για να διαφυλάξει το αναπνευστικό της σύστημα. 
-Ωχου, παράξενη που είσαι, δεν θα αλλάξεις ποτέ! 
-Λέγε! 
Η Άμυ πήγε να φταρνιστεί, μα συγκρατήθηκε και πάλι. Δεν ήθελε να διώξει τους θαμώνες του μαγαζιού κι είχε μια σιγουριά πως αυτή θα ήταν η κατάληξη ενός φταρνίσματός της. 
-Από πού να αρχίσω; Είπε μέσα στην ανακατωσούρα της που δεν έλεγε να φύγει. 
-Ο κόσμος ξεκινάει συνήθως από την αρχή, εσύ αν θες ξεκίνα από τη μέση, δώσε μια media res αφήγηση. 
-Εσύ και τα φιλολογικά σου, γέλασε η Άμυ. 
-Μωρέ θα ξεκινήσεις ή θα με σκάσεις; 
-Έχει καταπράσινα μάτια, είναι ψηλός, λυγερός, είναι τόσο ρομαντικός!
-Και; Στο δια ταύτα, Άμυ!
-Τι και; Και όπως τον πλησίαζα, δεν ξέρω τι του 'φεξε μέσα του και ενώ ήταν στο φανάρι να περάσει απέναντι, αυτός έστριψε, δυο μέτρα απόσταση, σου λέω, παγώσαμε κι οι δυο. 
-Περίμενε τώρα, άρα εσύ, κυρία μου, πλησιάζοντάς τον είχες εντοπίσει πολύ πιο πριν πως ήταν στο φανάρι. 
Δαγκώθηκε η Άμυ. «Έξυπνη που είσαι βρε Μεταξία κι εσύ», σκέφτηκε. 
-Η αλήθεια είναι πως έτυχε, ειλικρινά έτυχε, να κοιτάζω στο βάθος, και απλά εντόπισα έναν λυγερό άντρα. Κακό είναι; 
-Καθόλου! Επιβεβαίωσε η Μεταξία με θαυμασμό. Και; 
-Και με φίλησε στο χέρι, σαν να ήμουν ηρωίδα του Ξενόπουλου, με καπελαδούρα και παρασόλι, με άσπρο φόρεμα δαντελένιο, με την ντροπή στα μάτια!
-Όχι πως δεν είσαι δηλαδή κάπως έτσι! Ξερόβηξε η Μεταξία και γέλασε δυνατά. 
-Στο καλό σου, άτιμη! Όλο να με πειράζεις. 
-Και; 
-Ε, πια, αυτά τα «και» και «και»!
-Λέγε και με έσκασες! 
-Ε, και με το που φίλησε το χέρι μου, αν σου πω δεν θυμάμαι τίποτα μετά από αυτό, θα με πιστέψεις; 
Την πίστεψε η Μεταξία. Αφού πάντα έχανε τη μνήμη της, όχι μόνο όταν την κοιτούσε άνδρας και μετά, αλλά κι όταν της έλεγες κάτι, αυτή σπάνια θυμόταν ή όταν πήγαινε σούπερ μάρκετ, σπάνια θυμόταν τι ήθελε να αγοράσει. 
-Δεν ανταλλάξατε τηλέφωνα; Κάτι τέλος πάντων! 
-Του είπα πως δουλεύω στο ανθοπωλείο, του το έδειξα κιόλας μην μπερδευτεί. 
-Και με ποιο όνομα του συστήθηκες, μαρή; Με το Άμυ ή με το Αμυγδαλιά; 
-Και με τα δυο! 
-Και πώς αντέδρασε με το Αμυγδαλιά; Θυμάσαι ή το ξέχασες κι αυτό; 
Η Άμυ συνοφρυώθηκε. 
-Α, κατάλαβα, χαζογέλασε; 
-Ναι, είπε με μια δόση πικρίας. 
-Αν χαζογέλασε, παράτα τον. Αν απλά χαμογέλασε, τότε αποδεκτός. 
-Χαμογέλασε, ναι, χαμογέλασε, είπε η Άμυ, κι ας ήξερε πως ήταν λίγο ψεματάκι. Εξάλλου ήθελε να δημιουργήσει τη δική της πραγματικότητα. 
-Οπότε, δεκτός. Αδέρφια έχει; 
-Γιατί ρωτάς; 
Η Μεταξία γέλασε και πάλι. Αυτή η αφέλεια της φίλης της!
-Εμείς, δηλαδή, στον ήλιο μοίρα δεν έχουμε; Αν είναι όμορφος ένας γιός, γιατί να μην είναι κι ο άλλος; 
Γελάσανε με την καρδιά τους. 
-Όνομα έχει ο Κορονοϊός; Πώς τον λένε Γρίπο;  
Σκάσανε ξανά στα γέλια κι οι διπλανές τους τις λοξοκοιτάξανε. Ώρα τώρα ενοχλούνταν από τα χαχανητά τους, αλλά τώρα είχε παραγίνει το κακό. 
-Ξέρω, ξέρω, πάλι το ξέχασες; Έχεις μια μανία όταν σου συστήνονται να μην θυμάσαι ποτέ τα ονόματα. 
Η αλήθεια είναι πως είχε δίκιο η Μεταξία. Σπάνια συγκρατούσε ονόματα η Άμυ, ιδίως αν τα πρόσωπα που της συστήνονταν ήταν περισσότερα των δύο. 
-Κάτι από το σύμπαν, είχε το όνομά του. 
-Δηλαδή; Δίας; Κρόνος; Άρης; 
-Όχι, όχι, κάτι άλλο. 
-Ερμής!
-Όχι, όχι, κάτι άλλο, όχι πλανήτης. 
-Δορυφόρους ξέρω μόνο τη Σελήνη, κι αυτός δεν είναι γυναίκα! 
-Κάτι φωτεινό! 
-Αστέριος.
-Αστέρης! 
-Όχι Γιάννης, Γιαννάκης! Συμπλήρωσε η Μεταξία. 
-Ε όχι και Γιάννης, κοινότυπο όνομα, Αστέρης, όπως τα αστέρια, λαμπερός!

Η Μεταξία έμεινε άφωνη. Δεν συμπλήρωσε ούτε σχολίασε. Την ήξερε τη φίλη της από την καλή κι από την ανάποδη. Όταν ερωτευόταν, ερωτευόταν. Το μυαλό της πετούσε. Κι άντε να προσγειωθεί τώρα η Άμυ. Ήταν κι αυτό το ειρωνικό χαμόγελο του λεγάμενου που της στάθηκε σαν πικραμυγδαλάκι της Μεταξίας. Πάλι θα την πατήσει με αυτόν τον έρωτα, σκέφτηκε και αναστέναξε. 
-Γιατί αναστενάζεις, Μεταξία;
Η Μεταξία δαγκώθηκε. Τι να της έλεγε; Πως πάλι ερωτεύτηκε λάθος άντρα; Δεν θα την καταλάβαινε. Το έβλεπε στο χαμόγελο της φίλης της, έλαμπε σαν αστέρι!
-Τι να μην αναστενάζω, Άμυ. Ξέρω 'γω; Μήπως έχει κανέναν αδερφό ο λεγάμενος; Όμορφος αυτός, όμορφος θα είναι κι ο αδερφός του, αν έχει, που το εύχομαι δηλαδή. 
-Θα το μάθουμε, όταν με το καλό μιλήσουμε. Να είσαι σίγουρη θα είναι το πρώτο που θα τον ρωτήσω. 
Συννέφιασε το πρόσωπο της Άμυ ξαφνικά. Ένιωθε να καίει το μέτωπό της. Ένιωθε πως ανέβαζε πυρετό. 
-Τι έχεις καλέ; Εσύ μέχρι πριν λίγο ήσουν σαν πεταλούδα, τώρα τι σε έπιασε; Αγχώθηκες; 
Η Άμυ έτρεμε. Ένιωθε το κορμί της να αναρριγεί. 
-Δεν είμαι καλά, Μεταξία. 
-Αυτό το ξέρουμε, δεν είναι κάτι νέο. 
-Σταμάτα να είσαι συνεχώς ένα πειραχτήρι. Δεν είμαι καλά σου λέω, έχω την εντύπωση πως έχω γρίπη. Μην κόλλησα κορονοϊό;
-Ε, αφού σε φίλησε ο Κορονοϊός, σίγουρα κόλλησες. 
-Ανοησίες, είπε η Άμυ και άφησε ένα φτάρνισμα, που τούτη τη φορά δεν πρόλαβε να συγκρατήσει. 
-Δεν υποφέρεσαι, φιλενάδα. Πάμε!
Η Μεταξία, ενοχλημένη, φώναξε τον σερβιτόρο. Βγήκαν από το μαγαζί κι ο ήλιος έκανε τα μάτια τους να κλείσουν. 
-Ωραίο καιρό έχει σήμερα κι έχει μια ζέστη παράξενη, είπε η Μεταξία. Σαν να ζεσταίνομαι κι εγώ τώρα. 
Φταρνίστηκαν ταυτόχρονα κάνοντας τους περαστικούς να τρομάξουν. 
-Ε, μα δεν υποφέρεσαι, θέλησες τον αδερφό, θέλησες και τον ιό! Γέλασε η Άμυ. 
-Τρέχω, νιώθω τα πόδια μου να μην με βαστούν, Άμυ, νιώθω ρίγος. Στο καλό σου δεν πρόλαβες να φταρνιστείς και με κόλλησες. 
Έτσι ήταν η Μεταξία. Υπερβολική κι απόλυτη. Ιδίως σε θέματα υγείας. Έπαιρνε κάθε χειμώνα όλα τα μέτρα προφύλαξης και θερμομετρούνταν κάθε πρωί. Πίστευε στον ρομαντικό έρωτα πιο πολύ από όλες τις φίλες της Άμυ. Για αυτήν ο έρωτας είχε αυτό το μαγικό πριγκιπικό στοιχείο. Σε αντίθεση με όλες τις υπόλοιπες πτυχές της ζωής της, που ήταν απόλυτα ορθολογίστρια, η Μεταξία πίστευε στο θαύμα του έρωτα. Πίστευε επίσης πως αν το ζήσεις μια φορά, δεν γίνεται να το ξαναζήσεις. Κι όταν η Άμυ την πείραζε πως αυτό δεν είναι δυνατόν, ας δοκιμάσει να ερωτευτεί ξανά, η Μεταξία ήταν κατηγορηματική. 
-Μια φορά ερωτεύτηκα τον Πάρη, τώρα δεν ερωτεύομαι, ξανά. 
-Και δηλαδή θα μείνεις μόνη; Τη ρωτούσε όλο περιέργεια η άμυ. 
-Όχι, απλά δεν θα ερωτευτώ ξανά, απαντούσε η Μεταξία κι έκλεινε κάθε σχετική συζήτηση. 
Η οποία Μεταξία, Βαρβάρα είχε βαφτιστεί, αλλά στα δεκαπέντε της έκανε επανάσταση, γιατί την κοροϊδεύανε μια ζωή «βάρα παιδί μου, βάρα» κι αυτή δεν ήθελε να βαράει κανέναν, τόσο καλή ήταν. Κι αποφάσισε κι επέβαλε με το έτσι θέλω το νέο της όνομα, Μεταξία, καθώς το μετάξι ήταν τόσο απαλό, όπως ήθελε η ίδια να είναι. 

Την υπόσχεση λοιπόν την τηρούσε με θρησκευτική ευλάβεια η Μεταξία. Το είπε και το έκανε. Είκοσι χρόνια πέρασαν από τότε που χώρισε με τον Πάρη, μια σχέση που είχε κρατήσει δύο υπέροχα για αυτήν χρόνια, που όμως τέλειωσε άδοξα όταν ο Πάρης της δήλωσε πως οι σπουδές του σε τόσο μακρινή πόλη δεν γίνεται να συνδυαστούν με τη σχέση τους. Αθήνα αυτή, Θεσσαλονίκη αυτός. Ένα δρομολόγιο τρένου τους χώριζε, κι ας είχε τις καθυστερήσεις του, ήταν όμως ρομαντικό να τον συναντά στον σιδηροδρομικό σταθμό, να παίρνουν τον ηλεκτρικό, να κατεβαίνουν Πειραιά, να περπατούν αγκαλιασμένοι στο λιμάνι και τα καράβια να τους σφυρίζουν πειραχτικά με τα φουγάρα τους κι οι γλάροι να πετούν πάνω από τα κεφάλια τους. 
Πόσο άρεσε στη Μεταξία αυτό το ταξιδιάρικο στυλ που είχε η σχέση της με τον Πάρη! Ετοίμαζε τελετουργικά τη βαλίτσα της, όταν ήταν η σειρά της να ανεβεί Θεσσαλονίκη, αγόραζε πάντα σοκολατάκια από το αγαπημένο της ζαχαροπλαστείο στη Πανεπιστημίου για να τα πάει στον καλό της, να τα λιώνουν μαζί στο στόμα τους, κάτω από τον Λευκό Πύργο ή στα κάστρα, την άνω Πόλη. Για αυτά ζούσε η Μεταξία, για την αναμονή, για να γράφει ποιήματα και να του τα στέλνει με γράμματα, για να καρδιοχτυπά έξι ώρες στο τρένο, για να την αγκαλιάζει σφιχτά μετά από ένα μήνα στέρησης της παρουσίας της. 
Μόνο που μάτια που δεν βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται, κι αυτό συνέβη στην περίπτωσή τους.  «Δικαιολογίες» της είχε πει η Άμυ, αλλά η Μεταξία δεν το εξέλαβε έτσι. Είχε εμπιστοσύνη σε κάθε λέξη του Πάρη, και ας ήξερε πως ο Πάρης ήταν αυτός που είχε κλέψει την Ελένη για να την μεταφέρει στην Τροία. «Το 'χει το όνομα, δεν το καταλαβαίνεις βρε, Μεταξία μου; Προαιώνιο το αμάρτημα του Πάρη, κι αυτός κάτι θα έχει σκαρώσει με καμιά τσούπρα» επέμενε η Αμυ, τότε που ήταν ακόμη στο Πανεπιστήμιο. Κι όμως η Μεταξία τον πίστευε. Ήταν η απόσταση που τους χώρισε κι όχι μια άγνωστη ωραία Ελένη. Εξάλλου ο Πάρης την αγαπούσε, της έλεγε πως σαν αυτή όμορφη δεν είναι καμιά στον κόσμο, πως Ελένη έπρεπε να τη λένε κι όχι Μεταξία. 
Κι έτσι η Μεταξία δεν ερωτεύτηκε ποτέ ξανά κανέναν άντρα. Το πώς κατάφερνε και συγκρατιόταν η Μεταξία, ένας θεός το ξέρει. Ήταν δυσνόητο –παρόλα αυτά όχι ακατανόητο- στην Άμυ, γιατί για αυτήν ο έρωτας χτυπούσε την πόρτα της καρδιάς κάθε τρεις και λίγο. Πολλοί άνδρες ενδιαφέρθηκαν για αυτό το κορίτσι, που παρέμενε κορίτσι ακόμη και μετά τα τριάντα, με το χαριτωμένο προσωπάκι, με το σκέρτσο και την τσαχπινιά της κοπελίτσας. Η Μεταξία τους απέρριπτε. Βέβαια όχι όλους, καθώς κάποιοι που ξεχώριζαν κινούσαν την περιέργειά της και προθυμοποιούνταν να τους γνωρίσει κάπως παραπάνω. Αλλά μετά από λίγο ξεφυσούσε, αναστέναζε, θυμόταν ξανά τον Πάρη, έκλαιγε στα κρυφά, κάπνιζε κανένα τσιγάρο να της φύγει η πίκρα, αλλά η απόφασή της τελεσίδικη. Δεν θα ερωτευόταν ποτέ ξανά και δεν δεχόταν κουβέντα στο σπαθί της.
Παράπονο βέβαια δεν είχε από τη ζωή της, τη γέμιζε με τόσα πολλά που θα έλεγε κανείς πως δεν της έλειπε τίποτα. Τι θέατρα, τι ταξίδια, τι εκμάθηση χορών, τι εργασία και χαρά. Βέβαια τώρα που η Άμυ συνάντησε τον Κορονοϊό Αστέρη, σαν να φωτίστηκε το πρόσωπο της Μεταξίας. Αυτή η ερώτηση που έκανε -αν έχει αδερφό ο Αστέρης- έδειχνε πως μάλλον η Μεταξία άρχισε να βάζει νερό στο κρασί της. Είχε χρόνια να λάμψει για κάποιον άντρα το πρόσωπό της. Συνήθως ήταν απλώς χαμογελαστό και στις καλύτερες των περιπτώσεων τα μάτια της έλαμπαν λιγάκι. Αλλά τέτοια λάμψη η Άμυ δεν είχε ξαναδεί και χάρηκε για τη φίλη της. Καιρός ήταν να αναθεωρήσει την άποψή της για έναν πιθανό επερχόμενο έρωτα. Δεν της είπε τίποτα η Άμυ βέβαια μην τυχόν και καταλάβει η Μεταξία τι συνέβη στο είναι της, όταν ρώτησε για την πιθανή ύπαρξη ενός όμορφου αδερφού. Μην την επαναφέρει στην πρότερη κατάστασή της, τώρα που έκανε μια μικρή ρωγμή στην κοσμοθεωρία της. Το άφησε να αιωρείται και ίσα που πρόλαβε να την αποχαιρετίσει, έτσι όπως βιαστικά αποχώρησε, με το ρίγος και τα κομμένα πόδια, από τον ζαβολιάρη κορονοϊό, που πίστευε πως ήδη είχε κολλήσει.