Παρασκευή 27 Μαρτίου 2020

Άμυ, έρωτας στα χρόνια των ιώσεων.Δεύτερο Κεφάλαιο, η Μεταξία

Η Μεταξία


10:31 π.μ.


-Άμυ, δεν μας μιλάς σήμερα; Πολύ αφηρημάδα!
Άκουσε τη φωνή της Μεταξίας, που μόλις την είχε προσπεράσει και δεν το είχε αντιληφθεί. 
-Μεταξία μου, πού να στα λέω, είπε η Άμυ και της ξέφυγε ένα δυνατό φτάρνισμα. 
Όλα τα σωματίδια εκτοξεύτηκαν στο πρόσωπο της Μεταξίας. Δυσανασχέτησε λιγάκι, δεν είναι εποχή αυτή για φταρνίσματα κατά πρόσωπον. 
-Τι έπαθες κι είσαι έτσι κόκκινη σήμερα; Βρε, μπας κι έχεις πυρετό; 
-Πυρετό κι έρωτα, Μεταξία μου, πού να στα λέω!
-Να μου τα πεις, όχι όμως στο πόδι, τσιγάρο και καφές. Άμεσα. 
-Άμεσα; 
-Πες το αφεντικό πως πας νοσοκομείο, μαρή, πες πως κόλλησες τον κορονοϊό. Σε περιμένω στο καφέ μας, τώρα! 
Η Άμυ σαν υπνωτισμένη υπάκουσε τις εντολές της φίλης της. Της είχε εμπιστοσύνη. Άλλωστε ήταν τόσο μπερδεμένη που το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να υπακούει κάποιον έμπιστο, και τι πιο έμπιστο από την Μεταξία; Η κρίση της ήταν πάντοτε σωστή, μετρημένη, ζυγιασμένη. Ποτέ δεν έπραττε επιπόλαια, ποτέ δεν έκανε τολμηρά ανοίγματα. Συνεπώς η εντολή της ήταν λογική. Θα πίνανε καφέ να της τα πει με το νι και με το σίγμα. Το αφεντικό μόλις άκουσε για κορονοϊό δεν χρειάστηκε να ακούσει δεύτερη κουβέντα. Έβγαλε δέκα ευρώ για το ταξί και την ξεπροβόδισε κιόλας. 
-Πάρε με τηλέφωνο, όταν διαγνωστεί η ασθένεια, της είπε και μπήκε βιαστικός στο ανθοπωλείο. 
Δεν πρόλαβε να τον ευχαριστήσει η Άμυ. Κοιτούσε τα δέκα ευρώ και σκεφτόταν αν θα ήταν σωστό να κεράσει την Μεταξία καφέ με τα λεφτά, μιας κι ακόμη δεν είχε πληρωθεί το μηνιάτικο. Σαν την ένοχη, περπάτησε με χαμηλωμένο βλέμμα. Δεν ήθελε να βλέπει κανέναν, μοναχά να φτάσει στην καφετέρια και να εξομολογηθεί τον έρωτά της. Ένα αψιού ακόμη της ήρθε, όμως το συγκράτησε. Αυτός ο ξαφνικός ρατσισμός των ανθρώπων, να περιθωριοποιούν με ένα φτάρνισμα τους συνανθρώπους τους, την ενοχλούσε. Και δεν ήθελε να νιώθει περιθωριοποιημένη. 
Με γρήγορο βηματισμό δεν άργησε να φτάσει στον προορισμό της. Η Μεταξία είχε ήδη παραγγείλει τους καφέδες, εξάλλου ήξερε καλά τη φίλη της. Διπλό σκέτο ελληνικό για την Άμυ, καπουτσίνο για την ίδια. 
-Βάλε μια μάσκα και ξεκίνα! Της είπε για να διαφυλάξει το αναπνευστικό της σύστημα. 
-Ωχου, παράξενη που είσαι, δεν θα αλλάξεις ποτέ! 
-Λέγε! 
Η Άμυ πήγε να φταρνιστεί, μα συγκρατήθηκε και πάλι. Δεν ήθελε να διώξει τους θαμώνες του μαγαζιού κι είχε μια σιγουριά πως αυτή θα ήταν η κατάληξη ενός φταρνίσματός της. 
-Από πού να αρχίσω; Είπε μέσα στην ανακατωσούρα της που δεν έλεγε να φύγει. 
-Ο κόσμος ξεκινάει συνήθως από την αρχή, εσύ αν θες ξεκίνα από τη μέση, δώσε μια media res αφήγηση. 
-Εσύ και τα φιλολογικά σου, γέλασε η Άμυ. 
-Μωρέ θα ξεκινήσεις ή θα με σκάσεις; 
-Έχει καταπράσινα μάτια, είναι ψηλός, λυγερός, είναι τόσο ρομαντικός!
-Και; Στο δια ταύτα, Άμυ!
-Τι και; Και όπως τον πλησίαζα, δεν ξέρω τι του 'φεξε μέσα του και ενώ ήταν στο φανάρι να περάσει απέναντι, αυτός έστριψε, δυο μέτρα απόσταση, σου λέω, παγώσαμε κι οι δυο. 
-Περίμενε τώρα, άρα εσύ, κυρία μου, πλησιάζοντάς τον είχες εντοπίσει πολύ πιο πριν πως ήταν στο φανάρι. 
Δαγκώθηκε η Άμυ. «Έξυπνη που είσαι βρε Μεταξία κι εσύ», σκέφτηκε. 
-Η αλήθεια είναι πως έτυχε, ειλικρινά έτυχε, να κοιτάζω στο βάθος, και απλά εντόπισα έναν λυγερό άντρα. Κακό είναι; 
-Καθόλου! Επιβεβαίωσε η Μεταξία με θαυμασμό. Και; 
-Και με φίλησε στο χέρι, σαν να ήμουν ηρωίδα του Ξενόπουλου, με καπελαδούρα και παρασόλι, με άσπρο φόρεμα δαντελένιο, με την ντροπή στα μάτια!
-Όχι πως δεν είσαι δηλαδή κάπως έτσι! Ξερόβηξε η Μεταξία και γέλασε δυνατά. 
-Στο καλό σου, άτιμη! Όλο να με πειράζεις. 
-Και; 
-Ε, πια, αυτά τα «και» και «και»!
-Λέγε και με έσκασες! 
-Ε, και με το που φίλησε το χέρι μου, αν σου πω δεν θυμάμαι τίποτα μετά από αυτό, θα με πιστέψεις; 
Την πίστεψε η Μεταξία. Αφού πάντα έχανε τη μνήμη της, όχι μόνο όταν την κοιτούσε άνδρας και μετά, αλλά κι όταν της έλεγες κάτι, αυτή σπάνια θυμόταν ή όταν πήγαινε σούπερ μάρκετ, σπάνια θυμόταν τι ήθελε να αγοράσει. 
-Δεν ανταλλάξατε τηλέφωνα; Κάτι τέλος πάντων! 
-Του είπα πως δουλεύω στο ανθοπωλείο, του το έδειξα κιόλας μην μπερδευτεί. 
-Και με ποιο όνομα του συστήθηκες, μαρή; Με το Άμυ ή με το Αμυγδαλιά; 
-Και με τα δυο! 
-Και πώς αντέδρασε με το Αμυγδαλιά; Θυμάσαι ή το ξέχασες κι αυτό; 
Η Άμυ συνοφρυώθηκε. 
-Α, κατάλαβα, χαζογέλασε; 
-Ναι, είπε με μια δόση πικρίας. 
-Αν χαζογέλασε, παράτα τον. Αν απλά χαμογέλασε, τότε αποδεκτός. 
-Χαμογέλασε, ναι, χαμογέλασε, είπε η Άμυ, κι ας ήξερε πως ήταν λίγο ψεματάκι. Εξάλλου ήθελε να δημιουργήσει τη δική της πραγματικότητα. 
-Οπότε, δεκτός. Αδέρφια έχει; 
-Γιατί ρωτάς; 
Η Μεταξία γέλασε και πάλι. Αυτή η αφέλεια της φίλης της!
-Εμείς, δηλαδή, στον ήλιο μοίρα δεν έχουμε; Αν είναι όμορφος ένας γιός, γιατί να μην είναι κι ο άλλος; 
Γελάσανε με την καρδιά τους. 
-Όνομα έχει ο Κορονοϊός; Πώς τον λένε Γρίπο;  
Σκάσανε ξανά στα γέλια κι οι διπλανές τους τις λοξοκοιτάξανε. Ώρα τώρα ενοχλούνταν από τα χαχανητά τους, αλλά τώρα είχε παραγίνει το κακό. 
-Ξέρω, ξέρω, πάλι το ξέχασες; Έχεις μια μανία όταν σου συστήνονται να μην θυμάσαι ποτέ τα ονόματα. 
Η αλήθεια είναι πως είχε δίκιο η Μεταξία. Σπάνια συγκρατούσε ονόματα η Άμυ, ιδίως αν τα πρόσωπα που της συστήνονταν ήταν περισσότερα των δύο. 
-Κάτι από το σύμπαν, είχε το όνομά του. 
-Δηλαδή; Δίας; Κρόνος; Άρης; 
-Όχι, όχι, κάτι άλλο. 
-Ερμής!
-Όχι, όχι, κάτι άλλο, όχι πλανήτης. 
-Δορυφόρους ξέρω μόνο τη Σελήνη, κι αυτός δεν είναι γυναίκα! 
-Κάτι φωτεινό! 
-Αστέριος.
-Αστέρης! 
-Όχι Γιάννης, Γιαννάκης! Συμπλήρωσε η Μεταξία. 
-Ε όχι και Γιάννης, κοινότυπο όνομα, Αστέρης, όπως τα αστέρια, λαμπερός!

Η Μεταξία έμεινε άφωνη. Δεν συμπλήρωσε ούτε σχολίασε. Την ήξερε τη φίλη της από την καλή κι από την ανάποδη. Όταν ερωτευόταν, ερωτευόταν. Το μυαλό της πετούσε. Κι άντε να προσγειωθεί τώρα η Άμυ. Ήταν κι αυτό το ειρωνικό χαμόγελο του λεγάμενου που της στάθηκε σαν πικραμυγδαλάκι της Μεταξίας. Πάλι θα την πατήσει με αυτόν τον έρωτα, σκέφτηκε και αναστέναξε. 
-Γιατί αναστενάζεις, Μεταξία;
Η Μεταξία δαγκώθηκε. Τι να της έλεγε; Πως πάλι ερωτεύτηκε λάθος άντρα; Δεν θα την καταλάβαινε. Το έβλεπε στο χαμόγελο της φίλης της, έλαμπε σαν αστέρι!
-Τι να μην αναστενάζω, Άμυ. Ξέρω 'γω; Μήπως έχει κανέναν αδερφό ο λεγάμενος; Όμορφος αυτός, όμορφος θα είναι κι ο αδερφός του, αν έχει, που το εύχομαι δηλαδή. 
-Θα το μάθουμε, όταν με το καλό μιλήσουμε. Να είσαι σίγουρη θα είναι το πρώτο που θα τον ρωτήσω. 
Συννέφιασε το πρόσωπο της Άμυ ξαφνικά. Ένιωθε να καίει το μέτωπό της. Ένιωθε πως ανέβαζε πυρετό. 
-Τι έχεις καλέ; Εσύ μέχρι πριν λίγο ήσουν σαν πεταλούδα, τώρα τι σε έπιασε; Αγχώθηκες; 
Η Άμυ έτρεμε. Ένιωθε το κορμί της να αναρριγεί. 
-Δεν είμαι καλά, Μεταξία. 
-Αυτό το ξέρουμε, δεν είναι κάτι νέο. 
-Σταμάτα να είσαι συνεχώς ένα πειραχτήρι. Δεν είμαι καλά σου λέω, έχω την εντύπωση πως έχω γρίπη. Μην κόλλησα κορονοϊό;
-Ε, αφού σε φίλησε ο Κορονοϊός, σίγουρα κόλλησες. 
-Ανοησίες, είπε η Άμυ και άφησε ένα φτάρνισμα, που τούτη τη φορά δεν πρόλαβε να συγκρατήσει. 
-Δεν υποφέρεσαι, φιλενάδα. Πάμε!
Η Μεταξία, ενοχλημένη, φώναξε τον σερβιτόρο. Βγήκαν από το μαγαζί κι ο ήλιος έκανε τα μάτια τους να κλείσουν. 
-Ωραίο καιρό έχει σήμερα κι έχει μια ζέστη παράξενη, είπε η Μεταξία. Σαν να ζεσταίνομαι κι εγώ τώρα. 
Φταρνίστηκαν ταυτόχρονα κάνοντας τους περαστικούς να τρομάξουν. 
-Ε, μα δεν υποφέρεσαι, θέλησες τον αδερφό, θέλησες και τον ιό! Γέλασε η Άμυ. 
-Τρέχω, νιώθω τα πόδια μου να μην με βαστούν, Άμυ, νιώθω ρίγος. Στο καλό σου δεν πρόλαβες να φταρνιστείς και με κόλλησες. 
Έτσι ήταν η Μεταξία. Υπερβολική κι απόλυτη. Ιδίως σε θέματα υγείας. Έπαιρνε κάθε χειμώνα όλα τα μέτρα προφύλαξης και θερμομετρούνταν κάθε πρωί. Πίστευε στον ρομαντικό έρωτα πιο πολύ από όλες τις φίλες της Άμυ. Για αυτήν ο έρωτας είχε αυτό το μαγικό πριγκιπικό στοιχείο. Σε αντίθεση με όλες τις υπόλοιπες πτυχές της ζωής της, που ήταν απόλυτα ορθολογίστρια, η Μεταξία πίστευε στο θαύμα του έρωτα. Πίστευε επίσης πως αν το ζήσεις μια φορά, δεν γίνεται να το ξαναζήσεις. Κι όταν η Άμυ την πείραζε πως αυτό δεν είναι δυνατόν, ας δοκιμάσει να ερωτευτεί ξανά, η Μεταξία ήταν κατηγορηματική. 
-Μια φορά ερωτεύτηκα τον Πάρη, τώρα δεν ερωτεύομαι, ξανά. 
-Και δηλαδή θα μείνεις μόνη; Τη ρωτούσε όλο περιέργεια η άμυ. 
-Όχι, απλά δεν θα ερωτευτώ ξανά, απαντούσε η Μεταξία κι έκλεινε κάθε σχετική συζήτηση. 
Η οποία Μεταξία, Βαρβάρα είχε βαφτιστεί, αλλά στα δεκαπέντε της έκανε επανάσταση, γιατί την κοροϊδεύανε μια ζωή «βάρα παιδί μου, βάρα» κι αυτή δεν ήθελε να βαράει κανέναν, τόσο καλή ήταν. Κι αποφάσισε κι επέβαλε με το έτσι θέλω το νέο της όνομα, Μεταξία, καθώς το μετάξι ήταν τόσο απαλό, όπως ήθελε η ίδια να είναι. 

Την υπόσχεση λοιπόν την τηρούσε με θρησκευτική ευλάβεια η Μεταξία. Το είπε και το έκανε. Είκοσι χρόνια πέρασαν από τότε που χώρισε με τον Πάρη, μια σχέση που είχε κρατήσει δύο υπέροχα για αυτήν χρόνια, που όμως τέλειωσε άδοξα όταν ο Πάρης της δήλωσε πως οι σπουδές του σε τόσο μακρινή πόλη δεν γίνεται να συνδυαστούν με τη σχέση τους. Αθήνα αυτή, Θεσσαλονίκη αυτός. Ένα δρομολόγιο τρένου τους χώριζε, κι ας είχε τις καθυστερήσεις του, ήταν όμως ρομαντικό να τον συναντά στον σιδηροδρομικό σταθμό, να παίρνουν τον ηλεκτρικό, να κατεβαίνουν Πειραιά, να περπατούν αγκαλιασμένοι στο λιμάνι και τα καράβια να τους σφυρίζουν πειραχτικά με τα φουγάρα τους κι οι γλάροι να πετούν πάνω από τα κεφάλια τους. 
Πόσο άρεσε στη Μεταξία αυτό το ταξιδιάρικο στυλ που είχε η σχέση της με τον Πάρη! Ετοίμαζε τελετουργικά τη βαλίτσα της, όταν ήταν η σειρά της να ανεβεί Θεσσαλονίκη, αγόραζε πάντα σοκολατάκια από το αγαπημένο της ζαχαροπλαστείο στη Πανεπιστημίου για να τα πάει στον καλό της, να τα λιώνουν μαζί στο στόμα τους, κάτω από τον Λευκό Πύργο ή στα κάστρα, την άνω Πόλη. Για αυτά ζούσε η Μεταξία, για την αναμονή, για να γράφει ποιήματα και να του τα στέλνει με γράμματα, για να καρδιοχτυπά έξι ώρες στο τρένο, για να την αγκαλιάζει σφιχτά μετά από ένα μήνα στέρησης της παρουσίας της. 
Μόνο που μάτια που δεν βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται, κι αυτό συνέβη στην περίπτωσή τους.  «Δικαιολογίες» της είχε πει η Άμυ, αλλά η Μεταξία δεν το εξέλαβε έτσι. Είχε εμπιστοσύνη σε κάθε λέξη του Πάρη, και ας ήξερε πως ο Πάρης ήταν αυτός που είχε κλέψει την Ελένη για να την μεταφέρει στην Τροία. «Το 'χει το όνομα, δεν το καταλαβαίνεις βρε, Μεταξία μου; Προαιώνιο το αμάρτημα του Πάρη, κι αυτός κάτι θα έχει σκαρώσει με καμιά τσούπρα» επέμενε η Αμυ, τότε που ήταν ακόμη στο Πανεπιστήμιο. Κι όμως η Μεταξία τον πίστευε. Ήταν η απόσταση που τους χώρισε κι όχι μια άγνωστη ωραία Ελένη. Εξάλλου ο Πάρης την αγαπούσε, της έλεγε πως σαν αυτή όμορφη δεν είναι καμιά στον κόσμο, πως Ελένη έπρεπε να τη λένε κι όχι Μεταξία. 
Κι έτσι η Μεταξία δεν ερωτεύτηκε ποτέ ξανά κανέναν άντρα. Το πώς κατάφερνε και συγκρατιόταν η Μεταξία, ένας θεός το ξέρει. Ήταν δυσνόητο –παρόλα αυτά όχι ακατανόητο- στην Άμυ, γιατί για αυτήν ο έρωτας χτυπούσε την πόρτα της καρδιάς κάθε τρεις και λίγο. Πολλοί άνδρες ενδιαφέρθηκαν για αυτό το κορίτσι, που παρέμενε κορίτσι ακόμη και μετά τα τριάντα, με το χαριτωμένο προσωπάκι, με το σκέρτσο και την τσαχπινιά της κοπελίτσας. Η Μεταξία τους απέρριπτε. Βέβαια όχι όλους, καθώς κάποιοι που ξεχώριζαν κινούσαν την περιέργειά της και προθυμοποιούνταν να τους γνωρίσει κάπως παραπάνω. Αλλά μετά από λίγο ξεφυσούσε, αναστέναζε, θυμόταν ξανά τον Πάρη, έκλαιγε στα κρυφά, κάπνιζε κανένα τσιγάρο να της φύγει η πίκρα, αλλά η απόφασή της τελεσίδικη. Δεν θα ερωτευόταν ποτέ ξανά και δεν δεχόταν κουβέντα στο σπαθί της.
Παράπονο βέβαια δεν είχε από τη ζωή της, τη γέμιζε με τόσα πολλά που θα έλεγε κανείς πως δεν της έλειπε τίποτα. Τι θέατρα, τι ταξίδια, τι εκμάθηση χορών, τι εργασία και χαρά. Βέβαια τώρα που η Άμυ συνάντησε τον Κορονοϊό Αστέρη, σαν να φωτίστηκε το πρόσωπο της Μεταξίας. Αυτή η ερώτηση που έκανε -αν έχει αδερφό ο Αστέρης- έδειχνε πως μάλλον η Μεταξία άρχισε να βάζει νερό στο κρασί της. Είχε χρόνια να λάμψει για κάποιον άντρα το πρόσωπό της. Συνήθως ήταν απλώς χαμογελαστό και στις καλύτερες των περιπτώσεων τα μάτια της έλαμπαν λιγάκι. Αλλά τέτοια λάμψη η Άμυ δεν είχε ξαναδεί και χάρηκε για τη φίλη της. Καιρός ήταν να αναθεωρήσει την άποψή της για έναν πιθανό επερχόμενο έρωτα. Δεν της είπε τίποτα η Άμυ βέβαια μην τυχόν και καταλάβει η Μεταξία τι συνέβη στο είναι της, όταν ρώτησε για την πιθανή ύπαρξη ενός όμορφου αδερφού. Μην την επαναφέρει στην πρότερη κατάστασή της, τώρα που έκανε μια μικρή ρωγμή στην κοσμοθεωρία της. Το άφησε να αιωρείται και ίσα που πρόλαβε να την αποχαιρετίσει, έτσι όπως βιαστικά αποχώρησε, με το ρίγος και τα κομμένα πόδια, από τον ζαβολιάρη κορονοϊό, που πίστευε πως ήδη είχε κολλήσει. 

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2020

ΆΜΥ, έρωτας στα χρόνια των ιώσεων, Κεφάλαιο Πρώτο "Η Άμυ"


Η Άμυ


Η Άμυ είχε κλείσει τα 39 πριν έντεκα μήνες και τριάντα ημέρες κι ένιωθε πως σε αυτό το κατώφλι του χρόνου έπρεπε να αλλάξει η ζωή της. Λίγο η πίεση της μητέρας της, που δεν έλεγε να σταματήσει να ρίχνει το δηλητήριο σε καθη­μερινές δόσεις του ενός μίλιγκραμ, λίγο η πίεση της κοινωνίας, με τα καθημερινά γιατί και πως, λίγο ο λιγοστός χρόνος και οι λιγοστές ευκαιρίες, όλα από λίγο. Κι η Άμυ δυσφορούσε. Ένιωθε αποπνιχτικά με όλες αυτές τις ατμοσφαιρικές πιέσεις. Πνιγόταν, της ερχόταν άπνοια, έπαιρνε βαθιές ανάσες, μετρούσε έως το δέκα κι έπειτα ηρεμούσε.
Κι ήταν κι αυτό το υποκοριστικό της, Άμυ. Υποκοριστικό που απαρνιόταν, αλλά τι να το κάνεις, όταν όλοι σε φωνάζουν Άμυ από μικρή; Πώς να επιβάλεις το όνομά σου μετά από 39 χρόνια ακούσματος του υποκοριστικού ονόματος; Αμυγδαλιά ήταν το βαφτιστικό της. Μικρή ντρεπόταν να το αποκαλύπτει, όμως τώρα που μεγάλωσε και πρέπει να ξεπεράσει αυτό το δυσκολοχώνευτο κατώφλι των σαράντα της χρόνων, άρχισε να αγαπάει αυτό το όνομα που παραπέμπει σε δένδρο, το πιο επιπόλαιο από όλα τα δένδρα, μα και το πιο όμορφο, κυρίως όταν ανθίζει. Έτσι ένιωθε κι η ίδια, πως είναι στο άνθος της ηλικίας της, κι ας λέγανε οι κακόγλωσσες πως είναι στη μάρανση. Όμορφη και φρέσκια, τίναζε τα μακριά μαλλιά της κι ένιωθε σαν την αμυγδαλιά που τινάζει τα κλαδιά της.
Και παρά το ότι ήξερε πως είναι επιπόλαια, συνέχιζε να συμπεριφέρεται έτσι, γιατί αυτό το επίμονο χαρακτηριστικό τής επιπολαιότητας ήταν γραμμένο στο γονίδιό της κι όχι στη μοίρα της. Η Άμυ δεν ήταν μοιρολατρική, ήταν οπαδός της γενετικής, επηρεασμένη άμεσα από τη βιολόγο μητέρα της. «Με την γενετική δεν μπορείς να τα βάλεις», επαναλάμβανε η μητέρα της κι ήξερε καλά πόσο εγωιστικό είναι το γονίδιο. Εξάλλου το έλεγε η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα.


Κι έτσι, η Άμυ, που αγαπούσε τη γενετική και μισούσε το μοιραίο και το πεπρωμένο, δεν δεχόταν πως το γραφτό της για το κατώφλι των σαράντα ήταν κάπου κρυμμένο που δεν είχε δικαίωμα να το ξέρει. «Εμείς καθορίζουμε τη ζωή με τις επιλογές μας», έλεγε και ξανάλεγε στις φίλες της κι αυτές γελούσαν. Κι όταν τις ρωτούσε «γιατί γελάτε» αυτές απαντούσαν: «Τίποτα, τίποτα, κάτι θυμηθήκαμε!».





10:30 π.μ.

Περπατούσε λοιπόν σκεφτική, ήταν χαρά Θεού εκείνη η μέρα, μα στο μυαλό της στροβίλιζε ο εφιάλτης του κορονοϊού. Θα κολλήσει, δεν θα κολλήσει, να πάει στη συγκέντρωση των γυναικών, ή να μην πάει, να φιλήσει το μικρούλη γειτονόπουλο ή να μην το φιλήσει, να ερωτευτεί ή να μην ερωτευτεί. Κι όπως βάδιζε, πνιγμένη στις σκέψεις της, κοιτούσε αφηρημένα μπροστά της. Διέκρινε τη φιγούρα ενός ψηλού κι αδύνατου άνδρα. Στεκόταν στα φανάρια, περιμένοντας να διασχίσει τον δρόμο. Τον είδε σε προφίλ, όμορφο παράστημα, μα τι να το κάνεις; Ένας περαστικός άνδρας κι αυτός. Τον κοιτάς, τον θαυμάζεις κι έπειτα συνεχίζεις την πορεία σου.
Πλησιάζοντας κι αυτή στο φανάρι, για να περιμένει τον «Γρηγόρη», ο άνδρας, αυτός με το ωραίο παράστημα, ως δια μαγείας, γύρισε και στράφηκε προς το μέρος της. Κοιτάχτηκαν στα μάτια, δυο βήματα τους χώριζαν. Μα γιατί πάγωσαν κι οι δυο στη θέση τους, κανείς δεν το ξέρει. Βυθίστηκε η Άμυ στο βλέμμα του. Κι ως δια μαγείας, επίσης, της πήρε το χέρι και το φίλησε τρυφερά. Η Άμυ κόντεψε να λιποθυμήσει. Ωστόσο στηρίχτηκε στα πόδια της. Ένιωσε να κοκκινίζει. Χειροφίλημα μόνο στα μυθιστορήματα είχε διαβάσει πως δίνονται. Στον Ξενόπουλο, συγκεκριμένα, τον οποίο είχε ξεκοκαλίσει στα φοιτητικά της χρόνια. Ο γοητευτικός κύριος συστήθηκε.
-Ονομάζομαι Κορονοϊός Αστέρης.
Αυτό ήταν. Κορονοϊός. Ούτε που σκέφτηκε για πιθανή συνωνυμία. Ένιωσε πως είχε ήδη πυρετό. Δεν φανταζόμουν πως θα είναι τόσο όμορφος, είπε μέσα της. Τι να του έλεγε τώρα; Πως τον ερωτεύτηκε ακαριαία ή πως φοβάται μη νοσήσει; Μήπως είχε ήδη νοσήσει; Την έβγαλε από την αμήχανη θέση.
-Είμαι ταξιδιωτικός πράκτορας. Ομολογώ πως έχετε την όψη της ταξιδιάρας ψυχής.
Η Άμυ ταράχτηκε. Ενοχοποιητικό στοιχείο. Αν ταξίδεψε σε Ιταλία ή Κίνα, τότε σίγουρα είναι ο υιός του κορονοϊού ιού. Τι να έλεγε πάλι; Ακόμη μεγαλύτερη αμηχανία. Κι η ομορφιά του δεν έλεγε να υποχωρήσει, μα ούτε ο πυρετός που ένιωθε μέσα της. Την έβγαλε πάλι από την αμήχανη θέση.
-Το όνομά σας;
Τώρα ήταν που δεν θα έβγαινε από τη θέση της ούτε με το πιο δυνατό ταρακούνημα. Άμυ ή Αμυγδαλιά; Ποιο να πω;
-Αμυγδαλιά, είπε χωρίς να το πολυσκεφτεί.
Ένα ειρωνικό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του. Δαγκώθηκε η Άμυ. Την περιγέλασε αυτός ο όμορφος που έχει επίθετο ιού. Μα η ομορφιά του έσβησε τις σκέψεις της. Χαμογέλασε κι αυτή, αληθινά όμως.
-Οι φίλοι όμως με φωνάζουν Άμυ, Άμυ Γουάινχαουζ!
Τώρα πώς της ήρθε να αναφέρει το όνομα της μακαρίτισσας, δεν το κατάλαβε. Ο χρόνος περνούσε, έπρεπε κάτι να αλλάξει στη ζωή της. Ήταν το κατώφλι που δεν ήθελε να σκοντάψει κι ο Κορονοϊός, με την τόσο γοητευτική όψη, φαινόταν το καλύτερο αντίδοτο για το δηλητήριο της μητέρας της και το φαρμάκι της κοινωνίας.
-Δουλεύω εκεί, απέναντι, στο ανθοπωλείο, είπε βιαστικά κι έφυγε αναψοκοκκινισμένη.
Ο Αστέρης την κοιτούσε όπως απομακρυνόταν. Χαμογέλασε μέσα του. «Πλάκα έχουν οι γυναίκες», συλλογίστηκε. Η Άμυ συνέχισε να περπατά μέσα στην αναστάτωση της ημέρας. Μα μια αναστάτωση αναζητούσε τόσον καιρό και τώρα που συνέβη, της κακοφαινόταν που ήταν στο όριο να ξεβολευτεί από τη μονοτονία της.

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020

1η Ιστορία, Η αποκατάσταση της αλήθειας για τον τζίτζικα

Αποτέλεσμα εικόνας για τζίτζικας και μέρμηγκας

Το μυρμήγκι, μέσα στην αχανή φωλιά του, απολάμβανε τους λαχταριστούς μεζέδες, αυτούς τους υπέροχους σπόρους που με τόση υπομονή μάζευε όλο το καλοκαίρι. Κι ο τζίτζικας, όπως είχε κουρνιάσει σε ένα κλαδάκι από τα πιο ψηλά με την πιο ωραία θέα, σκεφτόταν το ξεχωριστό καλοκαίρι που πέρασε με χορούς και τραγούδια και αναλογίζονταν αν τελικά έκανε κάτι κακό. Ένιωθε άσχημα με αυτό το παραμύθι που είχε γραφτεί εις βάρος του, μέσα σε λιγότερο από μία εβδομάδα και τον κατηγορούσε άδικα. Σκέφτονταν τι γνώμη θα είχαν σχηματίσει τα παιδάκια για αυτόν. Μάλιστα, αν δεν φρόντιζε να αποκαλύψει την αλήθεια, το κακό θα παραπήγαινε και όλα τα παιδάκια θα πείθονταν πως ο τζίτζικας ήταν ένας μεγάλος τεμπέλης.
Ένιωσε την αδικία να τον πλημμυρίζει. Θυμήθηκε πως όσο αυτός τραγουδούσε και τζιτζίκιζε όλο το καλοκαίρι, τα υπόλοιπα έντομα και ζώα του δάσους απολάμβαναν τη μουσική του. Τον χειροκροτούσαν και τον ενθάρρυναν να παίζει συνεχώς. Οι παραγγελίες έδιναν και έπαιρναν. Σταματημό δεν είχε ο τζίτζικας για να εκπληρώνει του καθενός την επιθυμία. Και όχι μόνο αυτός, όλοι οι τζίτζικες. Ήταν οι τραγουδοποιοί του δάσους. Όλοι τους θαύμαζαν και ζητούσαν αυτόγραφα και αφιερώσεις γραμμένες σε φύλλα. Τα δε μυρμήγκια, όσο κουβαλούσαν τα σποράκια και τα ψίχουλά τους, όλο και ζητούσαν βοήθεια από τα τζιτζίκια που ήταν πιο σωματώδη. Τα φιλότιμα αυτά έντομα, κατέβαιναν πρόθυμα από τα δένδρα για να δώσουν ένα χεράκι βοήθειας στα μικροσκοπικά μυρμήγκια.
Και το συγκεκριμένο μυρμήγκι του παραμυθιού ήταν το πιο μικρόσωμο από όλα. Αυτό κι αν ζητούσε τη βοήθεια του τζίτζικα κάθε φορά που έπρεπε να κουβαλήσει έναν βαρύ σπόρο. Κι ο τζίτζικας ποτέ δεν του έλεγε όχι. Του χάριζε κι από ένα τραγούδι.  Κι ήταν αυτό το μυρμήγκι που δεν ήθελε να ανοίξει την πόρτα, όταν έξω χιόνιζε και το τζιτζίκι πάγωνε. Τα υπόλοιπα μυρμήγκια της φωλιάς είχαν αντίθετη άποψη, αλλά αυτό το παρέβλεψε ο συγγραφέας του παραμυθιού. Πολλές οι ανακρίβειες λοιπόν και πολλές οι παραλείψεις.
Αυτά θυμήθηκε ο τζίτζικας και ήθελε πει την αλήθεια. Ήταν ένα περήφανο έντομο και πίστευε πως άξιζε τον σεβασμό όλων.
Έτσι συγκέντρωσε όλες τις σκέψεις του, τις κατέγραψε σε μια κόλλα χαρτί κι ενημέρωσε όλα τα υπόλοιπα ζώα και έντομα του δάσους, με μια ανακοίνωση που κρέμασε στον κορμό μια μεγάλης βελανιδιάς. Η ανακοίνωση βράχηκε από μια ξαφνική βροχή. Όσοι πρόλαβαν να τη διαβάσουν, τη διάβασαν.
Πάντως ένα είναι το σίγουρο. Ότι τη διάβασε ο λαγός και φρόντισε και αυτός να πει τη δική του αλήθεια, μιας που είχε άχτι τη χελώνα. Πώς; Είπε θα με ενημερώσει σύντομα….

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2019

Ο κυρ-Μιχαλιός και η Μαρίκα

    Ο κυρ-Μιχαλιός, έτσι τον φωνάζανε στο χωριό, είχε γεράσει πια. Μια ζωή ήταν παράξενος και ιδιότροπος. Ιδιόρρυθμος και μοναχικός. Ζούσε σε ένα μικρό σπίτι, με αυλή, που την περιποιούνταν και δεν ήθελε κανένας να την παραβιάζει. Ούτε η βροχή, ούτε τα φύλλα από τα δένδρα των γειτόνων, ούτε φυσικά το εκνευριστικό χιόνι. Όταν έβρεχε, κατέβαζε τις τέντες που είχε γύρω γύρω σε όλο το σπίτι και κάλυπταν όλη την επιφάνεια της αυλής. Όταν φυσούσε ενεργοποιούσε ένα σύστημα αντίθετων αέρηδων, με ειδικά διαμορφωμένες φυσούνες, που έβγαζαν αέρα από τις τέσσερις γωνίες του σπιτιού του, παρασύροντας τα φύλλα μακριά από την αυλή του. Στη δε σκεπή, είχε θερμαινόμενα κεραμίδια, δική του ευρεσιτεχνία και αυτό. Το χιόνι έλιωνε και το νερό με ειδικά λούκια το έστελνε στο δρόμο.
   Οι γείτονες περιγελούσαν όλες αυτές τις απεγνωσμένες προσπάθειές του. Η Μαρίκα, ωστόσο, ενώ ήξερε το μυστικό του, το μόνο που έκανε ήταν να τον κουτσομπολεύει και να τον σχολιάζει. Είχαν μεγαλώσει μαζί. Η γιαγιά της, η Μαρίκα, ήταν μια πολύ παράξενη γριά. Τον Μιχαλάκη δεν τον συμπαθούσε καθόλου. Για έναν και μόνο λόγο. Γιατί όποτε έβρεχε, έβγαινε στη βροχή και παράσερνε την εγγόνα της. Της σφύριζε από τη γωνία του δρόμου και αυτή το έσκαγε από το σπίτι. Τρέχανε πιασμένοι χέρι, χέρι και μουλιάζανε τα ρουχαλάκια τους. Σταματημό δεν είχαν. Όταν πάλι φυσούσε δυνατά, της σφύριζε πάλι από τη γωνιά του δρόμου και πηγαίνανε στην άκρη του χωριού, εκεί που ο αέρας ξυρίζει και σε παρασύρει να πέσεις στον γκρεμό. Όταν χιόνιζε ήταν η καλύτερή τους. Δε λέγανε να επιστρέψουν στο σπίτι. Τί χιονάνθρωπους, τί χιονοπόλεμους! Πάγωναν τα χεράκια τους, αλλά ούτε που τους ένοιαζε.
    Μια φορά όμως έμεινε σημαδιακή για την υπόλοιπη ζωή τους και τη μεταξύ τους σχέση. Ήταν καταχείμωνο, χιόνιζε συνεχώς και τα δύο παιδάκια είχαν βγει για το καθιερωμένο τους παιχνίδι. Ο Μιχαλάκης έπλασε μία καρδούλα με το χιόνι και την χάρισε στη Μαρίκα. Η Μαρίκα την έκρυψε μέσα στην μπλούζα της και γύρισε γρήγορα στο σπίτι της. Την κράτησε κάτω από το κασκορσέ της. Την επομένη η Μαρίκα είχε πάθει πνευμονία και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο επειγόντως. Βέβαια, το επειγόντως είναι σχετικό, άμα σκεφτεί κανείς ότι εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν αυτοκίνητα παρά μόνο γαϊδούρια και μουλάρια. Οι γονείς ήταν έξαλλοι με την μικρή τους κόρη και τα καμώματά της, όταν τους αποκάλυψε τι έκανε με τον Μιχαλάκη όταν έβρεχε, φυσούσε ή χιόνιζε. Τα βάλανε και με τη γιαγιά της, που δεν ήταν αρκετά υπεύθυνη και δεν πρόσεχε, όσο έπρεπε, την μικρή Μαρίκα που το έσκαγε με τον επικίνδυνο Μιχαλάκη.
    Ο Μιχαλάκης ευθυς αμέσως εκτοπίστηκε από τον κοινωνικό περίγυρο της Μαρίκας. Την αγαπούσε, αλλά πλέον ήταν αδύνατον να την πλησιάσει και να της το πει. Η Μαρίκα, επηρεάστηκε από τους γονείς της και από τότε που γύρισε στο χωριό μετά την ανάρρωσή της, δεν του ξαναμίλησε. Τον αγαπούσε κρυφά, αλλά δεν το έδειχνε ποτέ. Ο Μιχαλάκης, εν τω μεταξύ, έχασε τους γονείς του και ζούσε μοναχός. Του στοίχισε πολύ η απώλεια των γονιών του, καθώς δεν είχε κανέναν να τον στηρίξει. Έτσι έμαθε να ζει μόνος του. Με τον καιρό απέκτησε και τις ιδιορρυθμίες του. Οι οποίες φυσικά, προέκυψαν επειδή το νερό, ο αέρας και το χιόνι του στέρησαν την αγαπημένη του. Ήταν πλέον οι τρεις εχθροί του. Τη Μαρίκα τη συγχώρεσε. Την αγαπούσε πολύ, δεν μπορούσε να της κρατήσει κακία. Μισούσε όμως το χιόνι, πιο πολύ από όλα. Γιατί αυτό την αρρώστησε και απείλησε τη ζωή της.
    Τα χρόνια πέρασαν, ο Μιχαλάκης έγινε ο τρελός κυρ-Μιχαλιός και η Μαρίκα η Γιώργαινα. Παντρεύτηκε ένα παλικάρι σοβαρό, από αυτά που προξενεύουν στα κορίτσια για να παντρευτούν και να κάνουν οικογένεια. Η Μαρίκα, δεν ήθελε ποτέ να παραδεχτεί τον κρυφό της έρωτα και από αντίδραση το μόνο που έκανε ήταν να τον κοροϊδεύει στο χωριό.
Όταν ο κυρ-Μιχαλιός έφτασε στα βαθιά γεράματα, η Μαρίκα είχε γεράσει και αυτή. Ο Γιώργος, ο άντρας της, είχε πεθάνει. Ένα πρωινό, σαν εκείνα που ήταν μικρά, άρχισε να χιονίζει. Ξεκίνησε να πάει να βρει τον  Μιχάλη της. Να θυμηθούν τα παιδικά τους χρόνια και τον ανεκπλήρωτο έρωτά τους.
     Ο Μιχάλης είχε ξαπλώσει πάνω στο χιόνι. Η Μαρίκα παραξενεύτηκε. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο Μιχάλης της, ο κρυφά δικός της Μιχάλης, είχε επιτρέψει το χιόνι να παραβιάσει την αυλή του. Ο Μιχάλης ξάπλωνε παγωμένος πάνω στο χιόνι. Είχε τις χούφτες ενωμένες σαν γουβίτσα. Εκεί μέσα έστεκε μια μεγάλη χιονονιφάδα. Δεν είχε λιώσει γιατί τα χέρια του ήταν παγωμένα. Ένα χαμόγελο διακρινόταν στα χείλη του. Όλα όμως ήταν παγωμένα. Δεν κινούνταν τίποτα. Ούτε τα μάτια, ούτε τα χείλη, ούτε τα χέρια του. Η Μαρίκα πήρε την χιονονιφάδα και την έβαλε στον κόρφο της. Όπως τότε, δεν την ένοιαζε αν θα αρρώσταινε, ήθελε να νιώσει την αγάπη του Μιχάλη της, βολεύτηκε στο χιόνι δίπλα του, του έδωσε ένα φιλί και του έκλεισε τα μάτια....

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2019

Ο χωρισμός


Έδωσαν ένα τελευταίο φιλί και χώρισαν. Πήρε ο καθένας το δρόμο του. Αυτή πέρασε το δρόμο απέναντι και αυτός προχώρησε στο πεζοδρόμιο. Τα πόδια τους τα αισθάνονταν βαριά. Τα βήματα ήταν αργά, σαν να μην ήθελαν να απομακρυνθούν. Τα βλέμματα ήταν απλανή, σαν να μην ήθελαν να κοιτάζουν. Οι εικόνες περνούσαν από μπροστά τους, αλλά αυτοί δεν έβλεπαν παρά σκηνές από το παρελθόν. Τότε που περπατούσαν μαζί και δεν τους ένοιαζε παρά να νιώσουν ο ένας τον παλμό του άλλου. Τότε που όταν ο ένας γελούσε, γελούσε και ο άλλος. Προχώρησαν αρκετά. Ήθελαν να σταματήσουν το βηματισμό, αλλά δεν κατάφερναν να επιβληθούν στα πόδια τους. Ήθελαν να κοιταχτούν ξανά, αλλά δεν τολμούσαν να γυρίσουν τα βλέμματα προς τα πίσω.
Συνέχιζαν να απομακρύνονται. Τώρα ο βηματισμός γινόταν πιο γρήγορος, πιο έντονος. Σαν να ήθελαν να φύγουν από κάτι που τους κυνηγούσε. Σαν να ήθελαν να αποβάλλουν, με την ταχύτητα του βαδίσματος, κάτι που τους ενοχλούσε. Λαχάνιασαν.
Όταν αντιλήφθηκαν ότι είχαν απομακρυνθεί, κοντοστάθηκαν, χωρίς να γυρίσουν να κοιτάξουν πίσω. Ένιωσαν την αίσθηση της απώλειας που είχε αρχίσει να πονάει. Σκέφτηκαν πως θα το άντεχαν όσο και αν τους πονούσε. Κοίταξε ο καθένας αριστερά και δεξιά, όμως δεν υπήρχε κανείς. Έκαναν να πιάσουν ένα χέρι, αλλά το χέρι τους έστεκε μετέωρο στο κενό. Προσπάθησαν να θυμηθούν το άγγιγμα των χεριών τους. Το θυμήθηκαν, μα έδιωξαν τη θύμηση.
Συνέχισαν να βαδίζουν, τώρα πιο ήρεμα. Αισθάνθηκαν όπως τότε, λίγο πριν γνωριστούν. Ήταν και οι δύο μοναχικές υπάρξεις. Περπατούσαν στο δρόμο, μόνοι, ο καθένας με τις σκέψεις του. Περπατούσαν χωρίς προορισμό. Μέχρι που διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους και αντιλήφθηκαν ότι βρήκαν τον προορισμό τους. Από τότε δεν είχε αναπνεύσει ο ένας χωρίς τον άλλο. Τώρα ανέπνεαν μόνοι και ο αέρας τούς φαινόταν ψυχρός, ανοίκειος.
Θα συνέχιζαν να περπατάνε. Ίσως τα βλέμματά τους θα ξανασυναντιόνταν σε κάποιον κύκλο της ζωής. Όπως όταν ένας άνθρωπος βαδίσει, με κλειστά τα μάτια, σε μία αχανή έκταση, θα διαγράψει έναν νοητό κύκλο, αριστερόστροφο αν είναι δεξιόχειρας ή δεξιόστροφο αν είναι αριστερόχειρας. Μόνο που αυτοί περπατούσαν με εμπόδια μπροστά τους, με κτίρια, αυτοκίνητα και περαστικούς, που τους άλλαζαν την πορεία. Εμπόδια που θα μπορούσαν να υπερνικήσουν, αν θα άφηναν τον εαυτό τους να αισθανθεί την απεραντοσύνη της έρημης έκτασης, ώστε να διαγράψουν κύκλους που θα μπορούσαν να βρουν ξανά το εφαπτόμενο σημείο εκκίνησης.

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2019

Η μαργαρίτα η Μαργαρώ

Η μαργαρίτα η Μαργαρώ, έτσι τη φώναζαν οι φιλενάδες της, ήταν ξεχωριστό πειραχτήρι. Ανήκε σε ένα σπάνιο είδος μαργαρίτας, το αποκαλούμενο από τους επιστήμονες margarita piraxtirius. Οι μαργαρίτες αυτού του είδους έχουν την ικανότητα να παράγουν όσα πέταλα θέλουν, ανάλογα με τις διαθέσεις τους και τα συναισθήματα των ανθρώπων που τις πλησιάζουν. Οι φιλενάδες της γελούσαν με τα καμώματά της και τη διάθεσή της να πειράζει τους ανθρώπους. Η Μαργαρώ πάλι μάταια προσπαθούσε να τις εξηγήσει ότι είναι πολύ διασκεδαστικό να πειράζεις τους ανθρώπους, μιας που οι ίδιοι καθιερώσανε το παιχνίδι «μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά». Βέβαια οι άνθρωποι, που είναι λίγο αφελείς, πιστεύουν στην απάντηση που δίνουν οι μαργαρίτες. Δεν γνωρίζουν όμως ότι αν πέσουν στο σπάνιο είδος μαργαρίτας, margarita piraxtirius, θα βρουν το μπελά τους με τον ή την αγαπημένη τους.
Έτσι λοιπόν, μια ηλιόλουστη μέρα του Μαρτίου, που οι μαργαρίτες όλων των ειδών είχαν ανθίσει, καμάρωνε στο λουλουδιαστό λιβάδι η Μαργαρώ, μαζί με τις τρισχαριτωμένες βιολέτες, τις κατακόκκινες παπαρούνες, τις μοναχικές ανεμώνες και τις μη μου άπτου τουλίπες. Πρόβαλλε την απλή ομορφιά της και περίμενε τους επισκέπτες να έρθουν στο λιβάδι να κάνουν το καθιερωμένο τους πικ νικ. Η διπλανή της μαργαρίτα ήταν μια απλή μαργαρίτα του είδους anthemis chia.
-Τί σκοπό έχεις σήμερα Μαργαρώ; τη ρωτάει όλο περιέργεια.
-Βλέπεις εκείνη την κοπέλα που είναι λίγο σκεπτική; Βλέπεις και τον αγαπημένο της πιο πέρα που μιλάει με τη φίλη της; Να δεις που σε λίγο θα έρθει να με μαδήσει.
-Πρόσεξε μόνο μην τους βάλεις σε μπελάδες, της απάντησε η κοινλη μαργαρίτα.
Η Μαργαρώ δεν πολυάκουσε τη συμβουλή της φίλης της, γιατί είπαμε, ήταν πειραχτήρι αμετανόητο.
Η κοπέλα είχε αρχίσει να τις πλησιάζει. Θαύμασε από μακριά την ομορφιά της Μαργαρώς.
-Τί όμορφη μαργαρίτα, συλλογίστηκε, ξεχωρίζει από τις άλλες.
Η κοπέλα έσκυψε, παρασυρόμενη από το παραδοσιακό παιχνίδι, που ενδόμυχα πίστευε στην απάντηση που θα έπαιρνε, έκοψε τη Μαργαρώ και άρχισε να τη μαδάει.
-Μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά……μα τι συμβαίνει, τα πέταλα δεν λένε να τελειώσουν…και συνέχιζε μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά…μέχρι που τα πέταλα τελείωσαν, όταν βέβαια η Μαργαρώ το ήθελε, στο "δεν μ’ αγαπά". 
Στεναχωρημένη η κοπέλα και με υγρά μάτια, δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Να γυρίσει στον αγαπημένο της και να του πει πως τελείωσε το παραμύθι ή να μη μιλήσει καθόλου και να δει τις αντιδράσεις του; Κοίταξε ξανά τη μαργαρίτα και είχε προβάλλει ένα ακόμη πέταλο. 
-Μ' αγαπά! αναφώνησε η κοπέλα. 
Και ξάφνου να 'σου ένα ακόμη πέταλο. 
-Δεν μ'αγαπά! είπε απογοητευμένη πάλι. 
Η Μαργαρώ συνέχισε το παιχνίδι της για λίγο ακόμη, μέχρι που η κοπέλα κουράστηκε και δεν άντεχε άλλο τον πόλεμο νεύρων που της έκανε η μαργαρίτα. Ήταν έτοιμη να την πετάξει, αλλά αποφάσισε να πάει να μιλήσει στον αγαπημένο της, κρατώντας σφιχτά στη χούφτα της τη μαργαρίτα.
-Έπαψες να με αγαπάς, του είπε, με τα δάκρυα να κυλούν, σαν το πιο ορμητικό ποτάμι στα ξαναμμένα μάγουλά της.
Ο αγαπημένος της την κοίταξε όλο απορία. Την αγαπούσε τρελά, απλά ήταν λίγο σκεπτικός. Δεν ήξερε πώς να της το εκφράσει.
-Η μαργαρίτα που κρατάς έχει ένα ακόμη πέταλο…είπε δείχνοντας με το βλέμμα του τη μαδημένη μαργαρίτα.
Η κοπέλα έσκυψε και κοίταξε τη μαργαρίτα. Το πειραχτήρι η Μαργαρώ είχε βγάλει ένα τελευταίο πέταλο, όσο η κοπέλα περπατούσε.
-Είχα σταματήσει στο "δε μ’ αγαπά", απάντησε δειλά η κοπέλα.
-Άρα αυτό το τελευταίο πέταλο λέει πως σε αγαπώ, της είπε ο νέος και της έδωσε ένα γλυκό φιλί στα υγραμένα μάγουλά της.
Το ζευγάρι αγκαλιάστηκε και η Μαργαρώ έπεσε στο γρασίδι. Όπως έπεφτε χαμογελούσε. Μπορεί να είχε βάλει σε μπελάδες άλλους αγαπημένους και αγαπημένες αλλά η κοπέλα και ο νέος είχαν αγνά αισθήματα ο ένας για τον άλλο και άξιζε να τους βοηθήσει να αποκαλύψουν την αγάπη τους.