Πέμπτη 26 Μαρτίου 2020

ΆΜΥ, έρωτας στα χρόνια των ιώσεων, Κεφάλαιο Πρώτο "Η Άμυ"


Η Άμυ


Η Άμυ είχε κλείσει τα 39 πριν έντεκα μήνες και τριάντα ημέρες κι ένιωθε πως σε αυτό το κατώφλι του χρόνου έπρεπε να αλλάξει η ζωή της. Λίγο η πίεση της μητέρας της, που δεν έλεγε να σταματήσει να ρίχνει το δηλητήριο σε καθη­μερινές δόσεις του ενός μίλιγκραμ, λίγο η πίεση της κοινωνίας, με τα καθημερινά γιατί και πως, λίγο ο λιγοστός χρόνος και οι λιγοστές ευκαιρίες, όλα από λίγο. Κι η Άμυ δυσφορούσε. Ένιωθε αποπνιχτικά με όλες αυτές τις ατμοσφαιρικές πιέσεις. Πνιγόταν, της ερχόταν άπνοια, έπαιρνε βαθιές ανάσες, μετρούσε έως το δέκα κι έπειτα ηρεμούσε.
Κι ήταν κι αυτό το υποκοριστικό της, Άμυ. Υποκοριστικό που απαρνιόταν, αλλά τι να το κάνεις, όταν όλοι σε φωνάζουν Άμυ από μικρή; Πώς να επιβάλεις το όνομά σου μετά από 39 χρόνια ακούσματος του υποκοριστικού ονόματος; Αμυγδαλιά ήταν το βαφτιστικό της. Μικρή ντρεπόταν να το αποκαλύπτει, όμως τώρα που μεγάλωσε και πρέπει να ξεπεράσει αυτό το δυσκολοχώνευτο κατώφλι των σαράντα της χρόνων, άρχισε να αγαπάει αυτό το όνομα που παραπέμπει σε δένδρο, το πιο επιπόλαιο από όλα τα δένδρα, μα και το πιο όμορφο, κυρίως όταν ανθίζει. Έτσι ένιωθε κι η ίδια, πως είναι στο άνθος της ηλικίας της, κι ας λέγανε οι κακόγλωσσες πως είναι στη μάρανση. Όμορφη και φρέσκια, τίναζε τα μακριά μαλλιά της κι ένιωθε σαν την αμυγδαλιά που τινάζει τα κλαδιά της.
Και παρά το ότι ήξερε πως είναι επιπόλαια, συνέχιζε να συμπεριφέρεται έτσι, γιατί αυτό το επίμονο χαρακτηριστικό τής επιπολαιότητας ήταν γραμμένο στο γονίδιό της κι όχι στη μοίρα της. Η Άμυ δεν ήταν μοιρολατρική, ήταν οπαδός της γενετικής, επηρεασμένη άμεσα από τη βιολόγο μητέρα της. «Με την γενετική δεν μπορείς να τα βάλεις», επαναλάμβανε η μητέρα της κι ήξερε καλά πόσο εγωιστικό είναι το γονίδιο. Εξάλλου το έλεγε η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα.


Κι έτσι, η Άμυ, που αγαπούσε τη γενετική και μισούσε το μοιραίο και το πεπρωμένο, δεν δεχόταν πως το γραφτό της για το κατώφλι των σαράντα ήταν κάπου κρυμμένο που δεν είχε δικαίωμα να το ξέρει. «Εμείς καθορίζουμε τη ζωή με τις επιλογές μας», έλεγε και ξανάλεγε στις φίλες της κι αυτές γελούσαν. Κι όταν τις ρωτούσε «γιατί γελάτε» αυτές απαντούσαν: «Τίποτα, τίποτα, κάτι θυμηθήκαμε!».





10:30 π.μ.

Περπατούσε λοιπόν σκεφτική, ήταν χαρά Θεού εκείνη η μέρα, μα στο μυαλό της στροβίλιζε ο εφιάλτης του κορονοϊού. Θα κολλήσει, δεν θα κολλήσει, να πάει στη συγκέντρωση των γυναικών, ή να μην πάει, να φιλήσει το μικρούλη γειτονόπουλο ή να μην το φιλήσει, να ερωτευτεί ή να μην ερωτευτεί. Κι όπως βάδιζε, πνιγμένη στις σκέψεις της, κοιτούσε αφηρημένα μπροστά της. Διέκρινε τη φιγούρα ενός ψηλού κι αδύνατου άνδρα. Στεκόταν στα φανάρια, περιμένοντας να διασχίσει τον δρόμο. Τον είδε σε προφίλ, όμορφο παράστημα, μα τι να το κάνεις; Ένας περαστικός άνδρας κι αυτός. Τον κοιτάς, τον θαυμάζεις κι έπειτα συνεχίζεις την πορεία σου.
Πλησιάζοντας κι αυτή στο φανάρι, για να περιμένει τον «Γρηγόρη», ο άνδρας, αυτός με το ωραίο παράστημα, ως δια μαγείας, γύρισε και στράφηκε προς το μέρος της. Κοιτάχτηκαν στα μάτια, δυο βήματα τους χώριζαν. Μα γιατί πάγωσαν κι οι δυο στη θέση τους, κανείς δεν το ξέρει. Βυθίστηκε η Άμυ στο βλέμμα του. Κι ως δια μαγείας, επίσης, της πήρε το χέρι και το φίλησε τρυφερά. Η Άμυ κόντεψε να λιποθυμήσει. Ωστόσο στηρίχτηκε στα πόδια της. Ένιωσε να κοκκινίζει. Χειροφίλημα μόνο στα μυθιστορήματα είχε διαβάσει πως δίνονται. Στον Ξενόπουλο, συγκεκριμένα, τον οποίο είχε ξεκοκαλίσει στα φοιτητικά της χρόνια. Ο γοητευτικός κύριος συστήθηκε.
-Ονομάζομαι Κορονοϊός Αστέρης.
Αυτό ήταν. Κορονοϊός. Ούτε που σκέφτηκε για πιθανή συνωνυμία. Ένιωσε πως είχε ήδη πυρετό. Δεν φανταζόμουν πως θα είναι τόσο όμορφος, είπε μέσα της. Τι να του έλεγε τώρα; Πως τον ερωτεύτηκε ακαριαία ή πως φοβάται μη νοσήσει; Μήπως είχε ήδη νοσήσει; Την έβγαλε από την αμήχανη θέση.
-Είμαι ταξιδιωτικός πράκτορας. Ομολογώ πως έχετε την όψη της ταξιδιάρας ψυχής.
Η Άμυ ταράχτηκε. Ενοχοποιητικό στοιχείο. Αν ταξίδεψε σε Ιταλία ή Κίνα, τότε σίγουρα είναι ο υιός του κορονοϊού ιού. Τι να έλεγε πάλι; Ακόμη μεγαλύτερη αμηχανία. Κι η ομορφιά του δεν έλεγε να υποχωρήσει, μα ούτε ο πυρετός που ένιωθε μέσα της. Την έβγαλε πάλι από την αμήχανη θέση.
-Το όνομά σας;
Τώρα ήταν που δεν θα έβγαινε από τη θέση της ούτε με το πιο δυνατό ταρακούνημα. Άμυ ή Αμυγδαλιά; Ποιο να πω;
-Αμυγδαλιά, είπε χωρίς να το πολυσκεφτεί.
Ένα ειρωνικό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του. Δαγκώθηκε η Άμυ. Την περιγέλασε αυτός ο όμορφος που έχει επίθετο ιού. Μα η ομορφιά του έσβησε τις σκέψεις της. Χαμογέλασε κι αυτή, αληθινά όμως.
-Οι φίλοι όμως με φωνάζουν Άμυ, Άμυ Γουάινχαουζ!
Τώρα πώς της ήρθε να αναφέρει το όνομα της μακαρίτισσας, δεν το κατάλαβε. Ο χρόνος περνούσε, έπρεπε κάτι να αλλάξει στη ζωή της. Ήταν το κατώφλι που δεν ήθελε να σκοντάψει κι ο Κορονοϊός, με την τόσο γοητευτική όψη, φαινόταν το καλύτερο αντίδοτο για το δηλητήριο της μητέρας της και το φαρμάκι της κοινωνίας.
-Δουλεύω εκεί, απέναντι, στο ανθοπωλείο, είπε βιαστικά κι έφυγε αναψοκοκκινισμένη.
Ο Αστέρης την κοιτούσε όπως απομακρυνόταν. Χαμογέλασε μέσα του. «Πλάκα έχουν οι γυναίκες», συλλογίστηκε. Η Άμυ συνέχισε να περπατά μέσα στην αναστάτωση της ημέρας. Μα μια αναστάτωση αναζητούσε τόσον καιρό και τώρα που συνέβη, της κακοφαινόταν που ήταν στο όριο να ξεβολευτεί από τη μονοτονία της.

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020

1η Ιστορία, Η αποκατάσταση της αλήθειας για τον τζίτζικα

Αποτέλεσμα εικόνας για τζίτζικας και μέρμηγκας

Το μυρμήγκι, μέσα στην αχανή φωλιά του, απολάμβανε τους λαχταριστούς μεζέδες, αυτούς τους υπέροχους σπόρους που με τόση υπομονή μάζευε όλο το καλοκαίρι. Κι ο τζίτζικας, όπως είχε κουρνιάσει σε ένα κλαδάκι από τα πιο ψηλά με την πιο ωραία θέα, σκεφτόταν το ξεχωριστό καλοκαίρι που πέρασε με χορούς και τραγούδια και αναλογίζονταν αν τελικά έκανε κάτι κακό. Ένιωθε άσχημα με αυτό το παραμύθι που είχε γραφτεί εις βάρος του, μέσα σε λιγότερο από μία εβδομάδα και τον κατηγορούσε άδικα. Σκέφτονταν τι γνώμη θα είχαν σχηματίσει τα παιδάκια για αυτόν. Μάλιστα, αν δεν φρόντιζε να αποκαλύψει την αλήθεια, το κακό θα παραπήγαινε και όλα τα παιδάκια θα πείθονταν πως ο τζίτζικας ήταν ένας μεγάλος τεμπέλης.
Ένιωσε την αδικία να τον πλημμυρίζει. Θυμήθηκε πως όσο αυτός τραγουδούσε και τζιτζίκιζε όλο το καλοκαίρι, τα υπόλοιπα έντομα και ζώα του δάσους απολάμβαναν τη μουσική του. Τον χειροκροτούσαν και τον ενθάρρυναν να παίζει συνεχώς. Οι παραγγελίες έδιναν και έπαιρναν. Σταματημό δεν είχε ο τζίτζικας για να εκπληρώνει του καθενός την επιθυμία. Και όχι μόνο αυτός, όλοι οι τζίτζικες. Ήταν οι τραγουδοποιοί του δάσους. Όλοι τους θαύμαζαν και ζητούσαν αυτόγραφα και αφιερώσεις γραμμένες σε φύλλα. Τα δε μυρμήγκια, όσο κουβαλούσαν τα σποράκια και τα ψίχουλά τους, όλο και ζητούσαν βοήθεια από τα τζιτζίκια που ήταν πιο σωματώδη. Τα φιλότιμα αυτά έντομα, κατέβαιναν πρόθυμα από τα δένδρα για να δώσουν ένα χεράκι βοήθειας στα μικροσκοπικά μυρμήγκια.
Και το συγκεκριμένο μυρμήγκι του παραμυθιού ήταν το πιο μικρόσωμο από όλα. Αυτό κι αν ζητούσε τη βοήθεια του τζίτζικα κάθε φορά που έπρεπε να κουβαλήσει έναν βαρύ σπόρο. Κι ο τζίτζικας ποτέ δεν του έλεγε όχι. Του χάριζε κι από ένα τραγούδι.  Κι ήταν αυτό το μυρμήγκι που δεν ήθελε να ανοίξει την πόρτα, όταν έξω χιόνιζε και το τζιτζίκι πάγωνε. Τα υπόλοιπα μυρμήγκια της φωλιάς είχαν αντίθετη άποψη, αλλά αυτό το παρέβλεψε ο συγγραφέας του παραμυθιού. Πολλές οι ανακρίβειες λοιπόν και πολλές οι παραλείψεις.
Αυτά θυμήθηκε ο τζίτζικας και ήθελε πει την αλήθεια. Ήταν ένα περήφανο έντομο και πίστευε πως άξιζε τον σεβασμό όλων.
Έτσι συγκέντρωσε όλες τις σκέψεις του, τις κατέγραψε σε μια κόλλα χαρτί κι ενημέρωσε όλα τα υπόλοιπα ζώα και έντομα του δάσους, με μια ανακοίνωση που κρέμασε στον κορμό μια μεγάλης βελανιδιάς. Η ανακοίνωση βράχηκε από μια ξαφνική βροχή. Όσοι πρόλαβαν να τη διαβάσουν, τη διάβασαν.
Πάντως ένα είναι το σίγουρο. Ότι τη διάβασε ο λαγός και φρόντισε και αυτός να πει τη δική του αλήθεια, μιας που είχε άχτι τη χελώνα. Πώς; Είπε θα με ενημερώσει σύντομα….

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2019

Ο κυρ-Μιχαλιός και η Μαρίκα

    Ο κυρ-Μιχαλιός, έτσι τον φωνάζανε στο χωριό, είχε γεράσει πια. Μια ζωή ήταν παράξενος και ιδιότροπος. Ιδιόρρυθμος και μοναχικός. Ζούσε σε ένα μικρό σπίτι, με αυλή, που την περιποιούνταν και δεν ήθελε κανένας να την παραβιάζει. Ούτε η βροχή, ούτε τα φύλλα από τα δένδρα των γειτόνων, ούτε φυσικά το εκνευριστικό χιόνι. Όταν έβρεχε, κατέβαζε τις τέντες που είχε γύρω γύρω σε όλο το σπίτι και κάλυπταν όλη την επιφάνεια της αυλής. Όταν φυσούσε ενεργοποιούσε ένα σύστημα αντίθετων αέρηδων, με ειδικά διαμορφωμένες φυσούνες, που έβγαζαν αέρα από τις τέσσερις γωνίες του σπιτιού του, παρασύροντας τα φύλλα μακριά από την αυλή του. Στη δε σκεπή, είχε θερμαινόμενα κεραμίδια, δική του ευρεσιτεχνία και αυτό. Το χιόνι έλιωνε και το νερό με ειδικά λούκια το έστελνε στο δρόμο.
   Οι γείτονες περιγελούσαν όλες αυτές τις απεγνωσμένες προσπάθειές του. Η Μαρίκα, ωστόσο, ενώ ήξερε το μυστικό του, το μόνο που έκανε ήταν να τον κουτσομπολεύει και να τον σχολιάζει. Είχαν μεγαλώσει μαζί. Η γιαγιά της, η Μαρίκα, ήταν μια πολύ παράξενη γριά. Τον Μιχαλάκη δεν τον συμπαθούσε καθόλου. Για έναν και μόνο λόγο. Γιατί όποτε έβρεχε, έβγαινε στη βροχή και παράσερνε την εγγόνα της. Της σφύριζε από τη γωνία του δρόμου και αυτή το έσκαγε από το σπίτι. Τρέχανε πιασμένοι χέρι, χέρι και μουλιάζανε τα ρουχαλάκια τους. Σταματημό δεν είχαν. Όταν πάλι φυσούσε δυνατά, της σφύριζε πάλι από τη γωνιά του δρόμου και πηγαίνανε στην άκρη του χωριού, εκεί που ο αέρας ξυρίζει και σε παρασύρει να πέσεις στον γκρεμό. Όταν χιόνιζε ήταν η καλύτερή τους. Δε λέγανε να επιστρέψουν στο σπίτι. Τί χιονάνθρωπους, τί χιονοπόλεμους! Πάγωναν τα χεράκια τους, αλλά ούτε που τους ένοιαζε.
    Μια φορά όμως έμεινε σημαδιακή για την υπόλοιπη ζωή τους και τη μεταξύ τους σχέση. Ήταν καταχείμωνο, χιόνιζε συνεχώς και τα δύο παιδάκια είχαν βγει για το καθιερωμένο τους παιχνίδι. Ο Μιχαλάκης έπλασε μία καρδούλα με το χιόνι και την χάρισε στη Μαρίκα. Η Μαρίκα την έκρυψε μέσα στην μπλούζα της και γύρισε γρήγορα στο σπίτι της. Την κράτησε κάτω από το κασκορσέ της. Την επομένη η Μαρίκα είχε πάθει πνευμονία και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο επειγόντως. Βέβαια, το επειγόντως είναι σχετικό, άμα σκεφτεί κανείς ότι εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν αυτοκίνητα παρά μόνο γαϊδούρια και μουλάρια. Οι γονείς ήταν έξαλλοι με την μικρή τους κόρη και τα καμώματά της, όταν τους αποκάλυψε τι έκανε με τον Μιχαλάκη όταν έβρεχε, φυσούσε ή χιόνιζε. Τα βάλανε και με τη γιαγιά της, που δεν ήταν αρκετά υπεύθυνη και δεν πρόσεχε, όσο έπρεπε, την μικρή Μαρίκα που το έσκαγε με τον επικίνδυνο Μιχαλάκη.
    Ο Μιχαλάκης ευθυς αμέσως εκτοπίστηκε από τον κοινωνικό περίγυρο της Μαρίκας. Την αγαπούσε, αλλά πλέον ήταν αδύνατον να την πλησιάσει και να της το πει. Η Μαρίκα, επηρεάστηκε από τους γονείς της και από τότε που γύρισε στο χωριό μετά την ανάρρωσή της, δεν του ξαναμίλησε. Τον αγαπούσε κρυφά, αλλά δεν το έδειχνε ποτέ. Ο Μιχαλάκης, εν τω μεταξύ, έχασε τους γονείς του και ζούσε μοναχός. Του στοίχισε πολύ η απώλεια των γονιών του, καθώς δεν είχε κανέναν να τον στηρίξει. Έτσι έμαθε να ζει μόνος του. Με τον καιρό απέκτησε και τις ιδιορρυθμίες του. Οι οποίες φυσικά, προέκυψαν επειδή το νερό, ο αέρας και το χιόνι του στέρησαν την αγαπημένη του. Ήταν πλέον οι τρεις εχθροί του. Τη Μαρίκα τη συγχώρεσε. Την αγαπούσε πολύ, δεν μπορούσε να της κρατήσει κακία. Μισούσε όμως το χιόνι, πιο πολύ από όλα. Γιατί αυτό την αρρώστησε και απείλησε τη ζωή της.
    Τα χρόνια πέρασαν, ο Μιχαλάκης έγινε ο τρελός κυρ-Μιχαλιός και η Μαρίκα η Γιώργαινα. Παντρεύτηκε ένα παλικάρι σοβαρό, από αυτά που προξενεύουν στα κορίτσια για να παντρευτούν και να κάνουν οικογένεια. Η Μαρίκα, δεν ήθελε ποτέ να παραδεχτεί τον κρυφό της έρωτα και από αντίδραση το μόνο που έκανε ήταν να τον κοροϊδεύει στο χωριό.
Όταν ο κυρ-Μιχαλιός έφτασε στα βαθιά γεράματα, η Μαρίκα είχε γεράσει και αυτή. Ο Γιώργος, ο άντρας της, είχε πεθάνει. Ένα πρωινό, σαν εκείνα που ήταν μικρά, άρχισε να χιονίζει. Ξεκίνησε να πάει να βρει τον  Μιχάλη της. Να θυμηθούν τα παιδικά τους χρόνια και τον ανεκπλήρωτο έρωτά τους.
     Ο Μιχάλης είχε ξαπλώσει πάνω στο χιόνι. Η Μαρίκα παραξενεύτηκε. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο Μιχάλης της, ο κρυφά δικός της Μιχάλης, είχε επιτρέψει το χιόνι να παραβιάσει την αυλή του. Ο Μιχάλης ξάπλωνε παγωμένος πάνω στο χιόνι. Είχε τις χούφτες ενωμένες σαν γουβίτσα. Εκεί μέσα έστεκε μια μεγάλη χιονονιφάδα. Δεν είχε λιώσει γιατί τα χέρια του ήταν παγωμένα. Ένα χαμόγελο διακρινόταν στα χείλη του. Όλα όμως ήταν παγωμένα. Δεν κινούνταν τίποτα. Ούτε τα μάτια, ούτε τα χείλη, ούτε τα χέρια του. Η Μαρίκα πήρε την χιονονιφάδα και την έβαλε στον κόρφο της. Όπως τότε, δεν την ένοιαζε αν θα αρρώσταινε, ήθελε να νιώσει την αγάπη του Μιχάλη της, βολεύτηκε στο χιόνι δίπλα του, του έδωσε ένα φιλί και του έκλεισε τα μάτια....

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2019

Ο χωρισμός


Έδωσαν ένα τελευταίο φιλί και χώρισαν. Πήρε ο καθένας το δρόμο του. Αυτή πέρασε το δρόμο απέναντι και αυτός προχώρησε στο πεζοδρόμιο. Τα πόδια τους τα αισθάνονταν βαριά. Τα βήματα ήταν αργά, σαν να μην ήθελαν να απομακρυνθούν. Τα βλέμματα ήταν απλανή, σαν να μην ήθελαν να κοιτάζουν. Οι εικόνες περνούσαν από μπροστά τους, αλλά αυτοί δεν έβλεπαν παρά σκηνές από το παρελθόν. Τότε που περπατούσαν μαζί και δεν τους ένοιαζε παρά να νιώσουν ο ένας τον παλμό του άλλου. Τότε που όταν ο ένας γελούσε, γελούσε και ο άλλος. Προχώρησαν αρκετά. Ήθελαν να σταματήσουν το βηματισμό, αλλά δεν κατάφερναν να επιβληθούν στα πόδια τους. Ήθελαν να κοιταχτούν ξανά, αλλά δεν τολμούσαν να γυρίσουν τα βλέμματα προς τα πίσω.
Συνέχιζαν να απομακρύνονται. Τώρα ο βηματισμός γινόταν πιο γρήγορος, πιο έντονος. Σαν να ήθελαν να φύγουν από κάτι που τους κυνηγούσε. Σαν να ήθελαν να αποβάλλουν, με την ταχύτητα του βαδίσματος, κάτι που τους ενοχλούσε. Λαχάνιασαν.
Όταν αντιλήφθηκαν ότι είχαν απομακρυνθεί, κοντοστάθηκαν, χωρίς να γυρίσουν να κοιτάξουν πίσω. Ένιωσαν την αίσθηση της απώλειας που είχε αρχίσει να πονάει. Σκέφτηκαν πως θα το άντεχαν όσο και αν τους πονούσε. Κοίταξε ο καθένας αριστερά και δεξιά, όμως δεν υπήρχε κανείς. Έκαναν να πιάσουν ένα χέρι, αλλά το χέρι τους έστεκε μετέωρο στο κενό. Προσπάθησαν να θυμηθούν το άγγιγμα των χεριών τους. Το θυμήθηκαν, μα έδιωξαν τη θύμηση.
Συνέχισαν να βαδίζουν, τώρα πιο ήρεμα. Αισθάνθηκαν όπως τότε, λίγο πριν γνωριστούν. Ήταν και οι δύο μοναχικές υπάρξεις. Περπατούσαν στο δρόμο, μόνοι, ο καθένας με τις σκέψεις του. Περπατούσαν χωρίς προορισμό. Μέχρι που διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους και αντιλήφθηκαν ότι βρήκαν τον προορισμό τους. Από τότε δεν είχε αναπνεύσει ο ένας χωρίς τον άλλο. Τώρα ανέπνεαν μόνοι και ο αέρας τούς φαινόταν ψυχρός, ανοίκειος.
Θα συνέχιζαν να περπατάνε. Ίσως τα βλέμματά τους θα ξανασυναντιόνταν σε κάποιον κύκλο της ζωής. Όπως όταν ένας άνθρωπος βαδίσει, με κλειστά τα μάτια, σε μία αχανή έκταση, θα διαγράψει έναν νοητό κύκλο, αριστερόστροφο αν είναι δεξιόχειρας ή δεξιόστροφο αν είναι αριστερόχειρας. Μόνο που αυτοί περπατούσαν με εμπόδια μπροστά τους, με κτίρια, αυτοκίνητα και περαστικούς, που τους άλλαζαν την πορεία. Εμπόδια που θα μπορούσαν να υπερνικήσουν, αν θα άφηναν τον εαυτό τους να αισθανθεί την απεραντοσύνη της έρημης έκτασης, ώστε να διαγράψουν κύκλους που θα μπορούσαν να βρουν ξανά το εφαπτόμενο σημείο εκκίνησης.

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2019

Η μαργαρίτα η Μαργαρώ

Η μαργαρίτα η Μαργαρώ, έτσι τη φώναζαν οι φιλενάδες της, ήταν ξεχωριστό πειραχτήρι. Ανήκε σε ένα σπάνιο είδος μαργαρίτας, το αποκαλούμενο από τους επιστήμονες margarita piraxtirius. Οι μαργαρίτες αυτού του είδους έχουν την ικανότητα να παράγουν όσα πέταλα θέλουν, ανάλογα με τις διαθέσεις τους και τα συναισθήματα των ανθρώπων που τις πλησιάζουν. Οι φιλενάδες της γελούσαν με τα καμώματά της και τη διάθεσή της να πειράζει τους ανθρώπους. Η Μαργαρώ πάλι μάταια προσπαθούσε να τις εξηγήσει ότι είναι πολύ διασκεδαστικό να πειράζεις τους ανθρώπους, μιας που οι ίδιοι καθιερώσανε το παιχνίδι «μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά». Βέβαια οι άνθρωποι, που είναι λίγο αφελείς, πιστεύουν στην απάντηση που δίνουν οι μαργαρίτες. Δεν γνωρίζουν όμως ότι αν πέσουν στο σπάνιο είδος μαργαρίτας, margarita piraxtirius, θα βρουν το μπελά τους με τον ή την αγαπημένη τους.
Έτσι λοιπόν, μια ηλιόλουστη μέρα του Μαρτίου, που οι μαργαρίτες όλων των ειδών είχαν ανθίσει, καμάρωνε στο λουλουδιαστό λιβάδι η Μαργαρώ, μαζί με τις τρισχαριτωμένες βιολέτες, τις κατακόκκινες παπαρούνες, τις μοναχικές ανεμώνες και τις μη μου άπτου τουλίπες. Πρόβαλλε την απλή ομορφιά της και περίμενε τους επισκέπτες να έρθουν στο λιβάδι να κάνουν το καθιερωμένο τους πικ νικ. Η διπλανή της μαργαρίτα ήταν μια απλή μαργαρίτα του είδους anthemis chia.
-Τί σκοπό έχεις σήμερα Μαργαρώ; τη ρωτάει όλο περιέργεια.
-Βλέπεις εκείνη την κοπέλα που είναι λίγο σκεπτική; Βλέπεις και τον αγαπημένο της πιο πέρα που μιλάει με τη φίλη της; Να δεις που σε λίγο θα έρθει να με μαδήσει.
-Πρόσεξε μόνο μην τους βάλεις σε μπελάδες, της απάντησε η κοινλη μαργαρίτα.
Η Μαργαρώ δεν πολυάκουσε τη συμβουλή της φίλης της, γιατί είπαμε, ήταν πειραχτήρι αμετανόητο.
Η κοπέλα είχε αρχίσει να τις πλησιάζει. Θαύμασε από μακριά την ομορφιά της Μαργαρώς.
-Τί όμορφη μαργαρίτα, συλλογίστηκε, ξεχωρίζει από τις άλλες.
Η κοπέλα έσκυψε, παρασυρόμενη από το παραδοσιακό παιχνίδι, που ενδόμυχα πίστευε στην απάντηση που θα έπαιρνε, έκοψε τη Μαργαρώ και άρχισε να τη μαδάει.
-Μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά……μα τι συμβαίνει, τα πέταλα δεν λένε να τελειώσουν…και συνέχιζε μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά…μέχρι που τα πέταλα τελείωσαν, όταν βέβαια η Μαργαρώ το ήθελε, στο "δεν μ’ αγαπά". 
Στεναχωρημένη η κοπέλα και με υγρά μάτια, δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Να γυρίσει στον αγαπημένο της και να του πει πως τελείωσε το παραμύθι ή να μη μιλήσει καθόλου και να δει τις αντιδράσεις του; Κοίταξε ξανά τη μαργαρίτα και είχε προβάλλει ένα ακόμη πέταλο. 
-Μ' αγαπά! αναφώνησε η κοπέλα. 
Και ξάφνου να 'σου ένα ακόμη πέταλο. 
-Δεν μ'αγαπά! είπε απογοητευμένη πάλι. 
Η Μαργαρώ συνέχισε το παιχνίδι της για λίγο ακόμη, μέχρι που η κοπέλα κουράστηκε και δεν άντεχε άλλο τον πόλεμο νεύρων που της έκανε η μαργαρίτα. Ήταν έτοιμη να την πετάξει, αλλά αποφάσισε να πάει να μιλήσει στον αγαπημένο της, κρατώντας σφιχτά στη χούφτα της τη μαργαρίτα.
-Έπαψες να με αγαπάς, του είπε, με τα δάκρυα να κυλούν, σαν το πιο ορμητικό ποτάμι στα ξαναμμένα μάγουλά της.
Ο αγαπημένος της την κοίταξε όλο απορία. Την αγαπούσε τρελά, απλά ήταν λίγο σκεπτικός. Δεν ήξερε πώς να της το εκφράσει.
-Η μαργαρίτα που κρατάς έχει ένα ακόμη πέταλο…είπε δείχνοντας με το βλέμμα του τη μαδημένη μαργαρίτα.
Η κοπέλα έσκυψε και κοίταξε τη μαργαρίτα. Το πειραχτήρι η Μαργαρώ είχε βγάλει ένα τελευταίο πέταλο, όσο η κοπέλα περπατούσε.
-Είχα σταματήσει στο "δε μ’ αγαπά", απάντησε δειλά η κοπέλα.
-Άρα αυτό το τελευταίο πέταλο λέει πως σε αγαπώ, της είπε ο νέος και της έδωσε ένα γλυκό φιλί στα υγραμένα μάγουλά της.
Το ζευγάρι αγκαλιάστηκε και η Μαργαρώ έπεσε στο γρασίδι. Όπως έπεφτε χαμογελούσε. Μπορεί να είχε βάλει σε μπελάδες άλλους αγαπημένους και αγαπημένες αλλά η κοπέλα και ο νέος είχαν αγνά αισθήματα ο ένας για τον άλλο και άξιζε να τους βοηθήσει να αποκαλύψουν την αγάπη τους.

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2018

Έκπτωτοι φύλακες, της Γεωργίας Κακαλοπούλου. Μία ξεχωριστή συγγραφέας.

Όταν σταματάς να διαβάζεις βιβλία παύεις να σκέφτεσαι, λέει ο Ντοστογιέφσκι.
Κι έχει δίκιο. Το βιβλίο δεν είναι ασπρόμαυρες σελίδες όπου καταγράφεται απλά μια ιστορία, ένα συμβάν ή μια περιπέτεια. Το βιβλίο είναι σελίδες γεμάτες πόνο ψυχικό και σωματικό του συγγραφέα, για αυτό και ονομάζεται πόνημα. Ένα πόνημα που αποσκοπεί, μέσω της ανάγνωσης, να ανάψει τον σπινθήρα της δικής μας σκέψης Ο συγγραφέας καταπονείται κατά τη συγγραφή, σωματικά και ψυχικά. Καταθέτει κομμάτια της ψυχής του σε μια κόλλα χαρτί. Ο συγγραφέας καταπονείται σωματικά. Η συγγραφή προϋποθέτει για τον συγγραφέα να έχει χρόνο, δύναμη και συναίσθημα. Προϋποθέτει κλείσιμο ψυχής προς κάθε παράγοντα που μπορεί να αποσπάσει την προσοχή του. Την ίδια στιγμή προϋποθέτει άνοιγμα ψυχής, ώστε να γίνουν τα συναισθήματα λέξεις. Σκέψεις και συναισθήματα οδηγούν τον συγγραφέα, ώστε να δώσει μορφή με λέξεις σε αυτό που εκείνη τη στιγμή αναβλύζει από μέσα του, σαν λάβα από ένα ενεργό ηφαίστειο που κατακλύζει τα πάντα.

Ένα τόσο μεγάλο έργο, όπως αυτό το βιβλίο, εμπεριέχει τα συναισθήματα, βιώματα και σκέψεις ενός αρκετά μεγάλου χρονικού διαστήματος, ίσως δύο ή περισσότερων διαφορετικών εποχών. Και είναι η διαφορετικότητα της κάθε μέρας ή και το αντίθετο, η ρουτίνα των ημερών, που οδηγούν την πλοκή, που κατευθύνουν τη σκέψη. Το καλοκαιρινό φως οδηγεί σε φωτεινά σημεία το έργο, η αναπόληση του φθινοπώρου δίνει έναν ρομαντικό τόνο, ο παγερός χειμώνας σκληραίνει τη γραφή, την κάνει πιο σκοτεινή και η άνοιξη την οδηγεί σε άνθηση του έρωτα μέσα στη φύση. Η Γεωργία επηρεάζεται από όλες αυτές τις εποχές. Μέσα από την ηρωίδα την Πανδώρα η συγγραφέας μάς ταξιδεύει στον χρόνο…
Χειμώνας: Δυνατό αέρα να μου ραπίζει το πρόσωπο και να μου ανακατεύει τα μαλλιά, τη βροχή να με ποτίζει με δροσιά και την άγρια θάλασσα να ανταριάζει τη ματιά μου
Άνοιξη: έκλεισα τα μάτια και άφησα το δροσερό αεράκι να μ αγγίξει φέρνοντάς μου μυρωδιές της άνοιξης: θυμάρι και αγριολούλουδο και ροζ πέταλα από κουτσουπιές, λευκά από αμυγδαλιές που αιωρούνταν σε έναν τρελό χορό ολόγυρα,
Η γραφή της Γεωργίας είναι ζωντανή, γλαφυρή, παραστατική.
Οι περιγραφές της φύσης, της ανατολής και της δύσης καθηλώνουν τον αναγνώστη. Γράφει η συγγραφέας για την ανατολή:
Ο ήλιος δεν είχε ανατείλει ακόμα, και ο ουρανός βρισκόταν σε ένα μυστηριακό μεταίχμιο, ένα ερωτικό συνταίριασμα της νύχτας με το ξημέρωμα που γεννούσε λάμψεις και αστέρια όπου το γαλάζιο μπλεκόταν με το ροζ
Για τη δύση η συγγραφέας μας δίνει εξίσου περίτεχνες περιγραφές:
Ουρανός καθαρός που ετοιμαζόταν να υποδεχτεί το βράδυ στολίζοντας τον εαυτό του με ασημένιες καρφίτσες και πέρα μακριά καταπράσινη γη.

Η Γεωργία Κακαλοπούλου είναι πληθωρική στη γραφή της. Οι περιγραφές της πλούσιες, σαν ένα κέντημα μιας έμπειρης κεντήτριας. Έχει έναν μοναδικό, δικό της τρόπο να περιγράφει φαινόμενα φυσικά που ένας επιστήμονας θα κατέγραφε απλώς μιλώντας για την ένταση του ανέμου με μονάδα μέτρησης τα μποφόρ.
Η συγγραφέας μας ταξιδεύει. Μας τοποθετεί στην Σκωτία, σε ένα τοπίο σκοτεινό, ομιχλώδες. Κι από την Σκοτία βρισκόμαστε στον μυθικό Όλυμπο: οι κορυφές του σκεπασμένες ακόμη από λευκό απάτητο χιόνι έλαμπαν σαν ασήμι κάτω από το δυνατό ήλιο και προσπαθούσαν να τρυπήσουν το γαλάζιο μετάξι του ουρανού για να γευτούν λίγο από το σύμπαν.
Η καταγραφή ιστορικών σημείων, γεγονότων και προσώπων υφαίνεται με περιγραφές προσώπων και τοπίων, με πηγαία συναισθήματα που ξεπηδούν και αναδεικνύουν την ομορφιά της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο άνθρωπος στο βιβλίο είναι τοποθετημένος στο κέντρο ενός κύκλου. Γύρω του περιστρέφεται η σχέση του με το θείο, η αμαρτία και η καλοσύνη,  το πάθος κι ο έρωτας, η φιλία, οι σχέση με τους προγόνους του, η αναζήτηση του εσωτερικού εαυτού του. ο κύκλος αρχίζει και κλείνει με τον έρωτα, την πηγή ζωής. Ο έρωτας είναι η κινητήριος δύναμη του βιβλίου. Ο έρωτας κινεί την ιστορία, τους ήρωες, οι οποίοι είναι θύματα των παθών τους.

Στο βιβλίο διακρίνει κανείς μια διαρκή πάλη, του καλού με το κακό, της θνησιμότητας με την αθανασία, της εκούσιας εξέλιξης της ζωής με τη μοιραία εξέλιξη των πραγμάτων, όπως ακριβώς συμβαίνει στην αληθινή ζωή.
Ποικίλοι είναι οι Χαρακτήρες των ηρώων του βιβλίου, ταξινομημένοι σε ομάδες αλλά και αυτόνομοι. Σπήλαιοι, φύλακες, άγγελοι, κλειδοκράτορες, Νύμφες. Ήρωες απόγονοι των αρχαίων Θεών, ήρωες που υποπίπτουν σε αμαρτήματα, που σπέρνουν τον θάνατο, τη διχόνοια, άπληστοι, που ορίζουν τις ζωές των κοινών θνητών αλλά και ήρωες που προστατεύουν, που αγκαλιάζουν, που ζουν αιώνια μέσα από ανθρώπινα κορμιά. 

Οι ήρωες του βιβλίου είναι πάνω από όλα τραγικοί. Η τραγικότητα για τη Γεωργία είναι απαραίτητο εργαλείο για να αποδώσει με δύναμη και ένταση την ιδιαιτερότητα των χαρακτήρων, αλλά ταυτόχρονα να δώσει και την απαραίτητη αντίθεση και να τονίσει τη διαφορετικότητά τους.
Η γεωργία γράφει ενστικτωδώς, ορμώμενη από το πιο έντονο συναίσθημα της ανθρώπινης φύσης, το συναίσθημα που ενώνει τον άνδρα με τη γυναίκα, αυτό που δίνει ζωή, τον έρωτα.
Κι από τον έρωτα μεταβαίνουμε στην ώριμη αγάπη. Ως υπέρτατο συναίσθημα η αγάπη είναι διάχυτη σε όλο το βιβλίο, ακόμη και εκεί όπου το μίσος δείχνει να νικά και να καθυποτάσσει την ανθρώπινη φύση.

Η συγγραφέας αγαπάει την ηρωίδα του βιβλίου, την Πανδώρα, με όλα τα προτερήματα και τα ελαττώματα της ανθρώπινης ύπαρξής της. Αυτή είναι και η υποχρέωση του συγγραφέα. Να υπερασπιστεί τον ήρωά του ακόμη και να του δώσει την ύψιστη θέση στο βιβλίο. Αυτό κάνει και η Γεωργία. Η Πανδώρα είναι κλειδοκράτορας, επιλεγμένη για μια ιερή αποστολή, να βρει την Αμβροσία, κρατώντας στο στήθος της ένα ταλισμάν. Την ίδια υποχρέωση είχαν και κάποιοι πρόγονοί της, πιστοί στην εντολή να διαφυλάξουν το μυστικό. Μετά από το κλείσιμο του κύκλου της ιστορίας, της αποκατάστασης του καλού και του δίκαιου, η Πανδώρα, έχοντας επιστρέψει στο πατρικό της, μετά από μια περιπέτεια που στο μυαλό της μοιάζει σαν ένα ταξίδι της φαντασίας, κρατά στα χέρια της το γράμμα ενός προγόνου κλειδοκράτορα

Η συγγραφέας χρησιμοποιεί στο βιβλίο αυτό μια έξυπνη τεχνική: μεταπηδά από το τρίτο στο πρώτο πρόσωπο. Μπαίνει στην σκέψη της Πανδώρας και μιλά σε πρώτο πρόσωπο, δίνοντας το βάθος των συναισθημάτων της, την αμεσότητα της σκέψης της. Τους φόβους και την αγωνία της, τον έρωτα και την αγάπη.

Κι έπειτα ξεπηδά από τη Πανδώρα και κρύβεται σε μια γωνιά του σκηνικού, για να ξετυλίξει σε τρίτο πρόσωπο την ιστορία.
Η Γεωργία δεν είναι συνεπώς η παντογνώστης συγγραφέας. Αφήνει στην ηρωίδα, την Πανδώρα, να ξετυλίξει τις σκέψεις και τα συναισθήματα, να ορίσει την πλοκή, να πάθει και να παρασυρθεί, να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Σαν να της το ζήτησε η ηρωίδα, σαν να έγινε μια μυστική συμφωνία μεταξύ τους, η συγγραφέας δίνει στην Πανδώρα, την κλειδοκράτορα, τον κλειδί του βιβλίου ώστε αυτή να ηγείται και όχι η ίδια η συγγραφέας. Γιατί η Πανδώρα βιώνει μια τόσο έντονη εμπειρία, αισθάνεται τόσο βαθιά, που μόνο η ίδια μπορεί να αποδώσει αυτά τα συναισθήματα, κι έτσι αρπάζει το χέρι της συγγραφέα και γράφει σε πρώτο πρόσωπο τις λεπτομέρειες που αυτή θέλει να αναδείξει και αποδώσει καλύτερα.
Ωστόσο η Γεωργία γνωρίζοντας πως το τρίτο πρόσωπο αναδεικνύει τη δεινότητα του συγγραφέα, παίρνει τη σκυτάλη από την Πανδώρα και κινεί την ιστορία εκεί όπου αυτή θέλει, έχοντας και πάλι συνοδηγό την ηρωίδα της. Θεωρώ πως οι εναλλαγές αυτές είναι καθαρά αυθόρμητες και ενστικτώδεις, κινούμενες λιγότερο από τη λογική και περισσότερο από το συναίσθημα, καθώς η συγγραφέας και η Πανδώρα μοιάζουν στον τρόπο που βιώνουν τα συναισθήματα. Εξάλλου είναι δεδομένο πως ο συγγραφέας πλάθει τον ήρωά του εμφυσώντας σε αυτόν δικά του χαρακτηριστικά, κάνοντάς τον σχεδόν καθ’ εικόνα και ομοίωση, τοποθετώντας τον όμως σε ανώτερη θέση από τον ίδιο.
Μια ακόμη τεχνική που χρησιμοποιεί η συγγραφέας είναι η επιβράδυνση, με παύσεις και επιμηκύνσεις. Με την τεχνική αυτή δίνει έμφαση και αναλύει τις σκηνές της, αναδεικνύει την τραγικότητα των ηρώων της, αποκαλύπτει τις αρετές ή τις αδυναμίες και τις αμαρτίες τους.
Η συγγραφέας δείχνει να θέλει να συμμετέχει και η ίδια στο δράμα, να βιώσει κι αυτή δίπλα στην ηρωίδα της, την Πανδώρα, το φανταστικό, το εξωπραγματικό ακόμη και τον δυνατό έρωτα. Έχοντας η ίδια μια ισορροπημένη φύση, μια θηλυκή και θελκτική παρουσία, ψυχή γεμάτη συναισθήματα, μια ολοκληρωμένη ζωή δεν μπορεί παρά να επιθυμεί έντονα να ζήσει το παράτολμο της ιστορίας της. Η τεχνική της επιβράδυνσης διευκολύνει και πραγματοποιεί αυτή της την επιθυμία. Όσο περισσότερο γράφει και αναλύει, τόσο περισσότερο μπαίνει και η ίδια μέσα στην ιστορία.
Αυτή είναι φίλοι του βιβλίου και η μαγεία της συγγραφής για αυτούς που συγγράφουν. Μαγεία που έχουν το προνόμιο να βιώνουν μόνο όσοι συγγράφουν. Το χρονικό διάστημα που κρατάει η συγγραφή του πρωτόλειου είναι για τον συγγραφέα μια ιδιαίτερη περίοδος της ζωής του, όπου ο ίδιος φεύγει από την πραγματικότητα, διεισδύει στον φανταστικό κόσμο της ιστορίας του, οι σκέψεις του και τα συναισθήματά του είναι δοσμένα σε αυτήν, αποκόπτεται, στο μέτρο του δυνατού, από την πραγματικότητα και ζει μέσα στην ιστορία του. Ακόμη κι όταν υποχρεώνεται να μπαινοβγαίνει στην πραγματικότητα της ζωής του, η σκέψη του καταφεύγει στους ήρωες του βιβλίου του. Όλα αυτά τον καθιστούν ελαφρώς αφηρημένο, καθώς η πραγματικότητά του κατά το χρονικό διάστημα της συγγραφής δεν είναι η αληθινή ζωή αλλά η φανταστική ζωή της ιστορίας. Όσο καλύτερα μπορεί να το καταφέρει τόσο πιο δυνατό είναι το έργο του. Όσο πιο πολύ δηλαδή πονέσει τόσο πιο αριστουργηματικό το πόνημά του.
Κι όταν η συγγραφή τελειώνει, ο συγγραφέας κρατά το πρωτόλειο στα χέρια του. Τότε είναι που βγαίνει από το φανταστικό και επανέρχεται στην αληθινή ζωή, και οι ζωές αντιστρέφονται, έτσι ώστε να βλέπει από άλλη οπτική γωνία πλέον το έργο του. Αναλογίζεται πολλές φορές, είμαι εγώ αυτή ή αυτός που έχω γράψει όλο αυτό το κείμενο, που όρισα την ιστορία, από την αρχή έως το τέλος της ή ήταν κάποιος άλλος, μια άλλη ανώτερη δύναμη που οδήγησε τα δάχτυλα στο πληκτρολόγιο ή στο μολύβι, που φώτισε και οδήγησε την σκέψη μου;
Αναπάντητο είναι το ερώτημα για τον συγγραφέα. Βλέπει τη δύναμη της σκέψης του, διαβάζει ξανά και ξανά το κείμενό του, θυμάται ξανά και ξανά ακόμη και τη μέρα που έγραψε την κάθε σελίδα, αναπολεί τα συναισθήματα που ένιωσε, τα βιώματα που τον οδήγησαν στην έμπνευση. Και τότε με σεμνότητα υποκλίνεται σε αυτό το θείο δώρο που έχει στην ψυχή του, να μπορεί να αφήνεται στη ροή της σκέψης του και στις συναισθηματικές ηφαιστειακές εκρήξεις της καρδιάς του, να μπορεί να εκφράζεται λεκτικά, να μπορεί να αποδώσει με λέξεις αυτό που άλλοι άνθρωποι δεν μπορούν ούτε καν να ξεστομίζουν στον ίδιο τον εαυτό τους. Ο συγγραφέας εκτεθειμένος έχει δώσει όλο του το βάθος και το περιεχόμενο της ψυχής του στον αναγνώστη, ώστε να τον βοηθήσει να καταφέρει και ο ίδιος να ξεκουμπωθεί, να αναδείξει τα δικά του συναισθήματα, να αγγίξει τις δικές του χορδές και να βγάλει τη δική του μελωδία των συναισθημάτων. Λειτουργεί σαν ένας απορροφητικός φακός των ηλιαχτίδων. Δέχεται τη δύναμη του φωτός και τη θαλπωρή τους, τη μετουσιώνει σε κείμενο και ανακλά το ίδιο φωτεινές και δυνατές ηλιαχτίδες μέσα από το βιβλίο του, ελπίζοντας ο αναγνώστης να τις δεχτεί με χαρά και με ανοιχτή ψυχή. Ελπίζοντας οι ηλιαχτίδες της γραφής του να μετουσιώσουν τον αναγνώστη σε έναν άνθρωπο διαφορετικό, σε έναν καλύτερο άνθρωπο.
Είναι απίστευτο τι μπορεί να κάνει μια αχτίδα του ήλιου στην ψυχή σου, είπε ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι.