Τετάρτη 6 Μαρτίου 2019

Η μαργαρίτα η Μαργαρώ

Η μαργαρίτα η Μαργαρώ, έτσι τη φώναζαν οι φιλενάδες της, ήταν ξεχωριστό πειραχτήρι. Ανήκε σε ένα σπάνιο είδος μαργαρίτας, το αποκαλούμενο από τους επιστήμονες margarita piraxtirius. Οι μαργαρίτες αυτού του είδους έχουν την ικανότητα να παράγουν όσα πέταλα θέλουν, ανάλογα με τις διαθέσεις τους και τα συναισθήματα των ανθρώπων που τις πλησιάζουν. Οι φιλενάδες της γελούσαν με τα καμώματά της και τη διάθεσή της να πειράζει τους ανθρώπους. Η Μαργαρώ πάλι μάταια προσπαθούσε να τις εξηγήσει ότι είναι πολύ διασκεδαστικό να πειράζεις τους ανθρώπους, μιας που οι ίδιοι καθιερώσανε το παιχνίδι «μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά». Βέβαια οι άνθρωποι, που είναι λίγο αφελείς, πιστεύουν στην απάντηση που δίνουν οι μαργαρίτες. Δεν γνωρίζουν όμως ότι αν πέσουν στο σπάνιο είδος μαργαρίτας, margarita piraxtirius, θα βρουν το μπελά τους με τον ή την αγαπημένη τους.
Έτσι λοιπόν, μια ηλιόλουστη μέρα του Μαρτίου, που οι μαργαρίτες όλων των ειδών είχαν ανθίσει, καμάρωνε στο λουλουδιαστό λιβάδι η Μαργαρώ, μαζί με τις τρισχαριτωμένες βιολέτες, τις κατακόκκινες παπαρούνες, τις μοναχικές ανεμώνες και τις μη μου άπτου τουλίπες. Πρόβαλλε την απλή ομορφιά της και περίμενε τους επισκέπτες να έρθουν στο λιβάδι να κάνουν το καθιερωμένο τους πικ νικ. Η διπλανή της μαργαρίτα ήταν μια απλή μαργαρίτα του είδους anthemis chia.
-Τί σκοπό έχεις σήμερα Μαργαρώ; τη ρωτάει όλο περιέργεια.
-Βλέπεις εκείνη την κοπέλα που είναι λίγο σκεπτική; Βλέπεις και τον αγαπημένο της πιο πέρα που μιλάει με τη φίλη της; Να δεις που σε λίγο θα έρθει να με μαδήσει.
-Πρόσεξε μόνο μην τους βάλεις σε μπελάδες, της απάντησε η κοινλη μαργαρίτα.
Η Μαργαρώ δεν πολυάκουσε τη συμβουλή της φίλης της, γιατί είπαμε, ήταν πειραχτήρι αμετανόητο.
Η κοπέλα είχε αρχίσει να τις πλησιάζει. Θαύμασε από μακριά την ομορφιά της Μαργαρώς.
-Τί όμορφη μαργαρίτα, συλλογίστηκε, ξεχωρίζει από τις άλλες.
Η κοπέλα έσκυψε, παρασυρόμενη από το παραδοσιακό παιχνίδι, που ενδόμυχα πίστευε στην απάντηση που θα έπαιρνε, έκοψε τη Μαργαρώ και άρχισε να τη μαδάει.
-Μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά……μα τι συμβαίνει, τα πέταλα δεν λένε να τελειώσουν…και συνέχιζε μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά…μέχρι που τα πέταλα τελείωσαν, όταν βέβαια η Μαργαρώ το ήθελε, στο "δεν μ’ αγαπά". 
Στεναχωρημένη η κοπέλα και με υγρά μάτια, δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Να γυρίσει στον αγαπημένο της και να του πει πως τελείωσε το παραμύθι ή να μη μιλήσει καθόλου και να δει τις αντιδράσεις του; Κοίταξε ξανά τη μαργαρίτα και είχε προβάλλει ένα ακόμη πέταλο. 
-Μ' αγαπά! αναφώνησε η κοπέλα. 
Και ξάφνου να 'σου ένα ακόμη πέταλο. 
-Δεν μ'αγαπά! είπε απογοητευμένη πάλι. 
Η Μαργαρώ συνέχισε το παιχνίδι της για λίγο ακόμη, μέχρι που η κοπέλα κουράστηκε και δεν άντεχε άλλο τον πόλεμο νεύρων που της έκανε η μαργαρίτα. Ήταν έτοιμη να την πετάξει, αλλά αποφάσισε να πάει να μιλήσει στον αγαπημένο της, κρατώντας σφιχτά στη χούφτα της τη μαργαρίτα.
-Έπαψες να με αγαπάς, του είπε, με τα δάκρυα να κυλούν, σαν το πιο ορμητικό ποτάμι στα ξαναμμένα μάγουλά της.
Ο αγαπημένος της την κοίταξε όλο απορία. Την αγαπούσε τρελά, απλά ήταν λίγο σκεπτικός. Δεν ήξερε πώς να της το εκφράσει.
-Η μαργαρίτα που κρατάς έχει ένα ακόμη πέταλο…είπε δείχνοντας με το βλέμμα του τη μαδημένη μαργαρίτα.
Η κοπέλα έσκυψε και κοίταξε τη μαργαρίτα. Το πειραχτήρι η Μαργαρώ είχε βγάλει ένα τελευταίο πέταλο, όσο η κοπέλα περπατούσε.
-Είχα σταματήσει στο "δε μ’ αγαπά", απάντησε δειλά η κοπέλα.
-Άρα αυτό το τελευταίο πέταλο λέει πως σε αγαπώ, της είπε ο νέος και της έδωσε ένα γλυκό φιλί στα υγραμένα μάγουλά της.
Το ζευγάρι αγκαλιάστηκε και η Μαργαρώ έπεσε στο γρασίδι. Όπως έπεφτε χαμογελούσε. Μπορεί να είχε βάλει σε μπελάδες άλλους αγαπημένους και αγαπημένες αλλά η κοπέλα και ο νέος είχαν αγνά αισθήματα ο ένας για τον άλλο και άξιζε να τους βοηθήσει να αποκαλύψουν την αγάπη τους.

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2018

Έκπτωτοι φύλακες, της Γεωργίας Κακαλοπούλου. Μία ξεχωριστή συγγραφέας.

Όταν σταματάς να διαβάζεις βιβλία παύεις να σκέφτεσαι, λέει ο Ντοστογιέφσκι.
Κι έχει δίκιο. Το βιβλίο δεν είναι ασπρόμαυρες σελίδες όπου καταγράφεται απλά μια ιστορία, ένα συμβάν ή μια περιπέτεια. Το βιβλίο είναι σελίδες γεμάτες πόνο ψυχικό και σωματικό του συγγραφέα, για αυτό και ονομάζεται πόνημα. Ένα πόνημα που αποσκοπεί, μέσω της ανάγνωσης, να ανάψει τον σπινθήρα της δικής μας σκέψης Ο συγγραφέας καταπονείται κατά τη συγγραφή, σωματικά και ψυχικά. Καταθέτει κομμάτια της ψυχής του σε μια κόλλα χαρτί. Ο συγγραφέας καταπονείται σωματικά. Η συγγραφή προϋποθέτει για τον συγγραφέα να έχει χρόνο, δύναμη και συναίσθημα. Προϋποθέτει κλείσιμο ψυχής προς κάθε παράγοντα που μπορεί να αποσπάσει την προσοχή του. Την ίδια στιγμή προϋποθέτει άνοιγμα ψυχής, ώστε να γίνουν τα συναισθήματα λέξεις. Σκέψεις και συναισθήματα οδηγούν τον συγγραφέα, ώστε να δώσει μορφή με λέξεις σε αυτό που εκείνη τη στιγμή αναβλύζει από μέσα του, σαν λάβα από ένα ενεργό ηφαίστειο που κατακλύζει τα πάντα.

Ένα τόσο μεγάλο έργο, όπως αυτό το βιβλίο, εμπεριέχει τα συναισθήματα, βιώματα και σκέψεις ενός αρκετά μεγάλου χρονικού διαστήματος, ίσως δύο ή περισσότερων διαφορετικών εποχών. Και είναι η διαφορετικότητα της κάθε μέρας ή και το αντίθετο, η ρουτίνα των ημερών, που οδηγούν την πλοκή, που κατευθύνουν τη σκέψη. Το καλοκαιρινό φως οδηγεί σε φωτεινά σημεία το έργο, η αναπόληση του φθινοπώρου δίνει έναν ρομαντικό τόνο, ο παγερός χειμώνας σκληραίνει τη γραφή, την κάνει πιο σκοτεινή και η άνοιξη την οδηγεί σε άνθηση του έρωτα μέσα στη φύση. Η Γεωργία επηρεάζεται από όλες αυτές τις εποχές. Μέσα από την ηρωίδα την Πανδώρα η συγγραφέας μάς ταξιδεύει στον χρόνο…
Χειμώνας: Δυνατό αέρα να μου ραπίζει το πρόσωπο και να μου ανακατεύει τα μαλλιά, τη βροχή να με ποτίζει με δροσιά και την άγρια θάλασσα να ανταριάζει τη ματιά μου
Άνοιξη: έκλεισα τα μάτια και άφησα το δροσερό αεράκι να μ αγγίξει φέρνοντάς μου μυρωδιές της άνοιξης: θυμάρι και αγριολούλουδο και ροζ πέταλα από κουτσουπιές, λευκά από αμυγδαλιές που αιωρούνταν σε έναν τρελό χορό ολόγυρα,
Η γραφή της Γεωργίας είναι ζωντανή, γλαφυρή, παραστατική.
Οι περιγραφές της φύσης, της ανατολής και της δύσης καθηλώνουν τον αναγνώστη. Γράφει η συγγραφέας για την ανατολή:
Ο ήλιος δεν είχε ανατείλει ακόμα, και ο ουρανός βρισκόταν σε ένα μυστηριακό μεταίχμιο, ένα ερωτικό συνταίριασμα της νύχτας με το ξημέρωμα που γεννούσε λάμψεις και αστέρια όπου το γαλάζιο μπλεκόταν με το ροζ
Για τη δύση η συγγραφέας μας δίνει εξίσου περίτεχνες περιγραφές:
Ουρανός καθαρός που ετοιμαζόταν να υποδεχτεί το βράδυ στολίζοντας τον εαυτό του με ασημένιες καρφίτσες και πέρα μακριά καταπράσινη γη.

Η Γεωργία Κακαλοπούλου είναι πληθωρική στη γραφή της. Οι περιγραφές της πλούσιες, σαν ένα κέντημα μιας έμπειρης κεντήτριας. Έχει έναν μοναδικό, δικό της τρόπο να περιγράφει φαινόμενα φυσικά που ένας επιστήμονας θα κατέγραφε απλώς μιλώντας για την ένταση του ανέμου με μονάδα μέτρησης τα μποφόρ.
Η συγγραφέας μας ταξιδεύει. Μας τοποθετεί στην Σκωτία, σε ένα τοπίο σκοτεινό, ομιχλώδες. Κι από την Σκοτία βρισκόμαστε στον μυθικό Όλυμπο: οι κορυφές του σκεπασμένες ακόμη από λευκό απάτητο χιόνι έλαμπαν σαν ασήμι κάτω από το δυνατό ήλιο και προσπαθούσαν να τρυπήσουν το γαλάζιο μετάξι του ουρανού για να γευτούν λίγο από το σύμπαν.
Η καταγραφή ιστορικών σημείων, γεγονότων και προσώπων υφαίνεται με περιγραφές προσώπων και τοπίων, με πηγαία συναισθήματα που ξεπηδούν και αναδεικνύουν την ομορφιά της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο άνθρωπος στο βιβλίο είναι τοποθετημένος στο κέντρο ενός κύκλου. Γύρω του περιστρέφεται η σχέση του με το θείο, η αμαρτία και η καλοσύνη,  το πάθος κι ο έρωτας, η φιλία, οι σχέση με τους προγόνους του, η αναζήτηση του εσωτερικού εαυτού του. ο κύκλος αρχίζει και κλείνει με τον έρωτα, την πηγή ζωής. Ο έρωτας είναι η κινητήριος δύναμη του βιβλίου. Ο έρωτας κινεί την ιστορία, τους ήρωες, οι οποίοι είναι θύματα των παθών τους.

Στο βιβλίο διακρίνει κανείς μια διαρκή πάλη, του καλού με το κακό, της θνησιμότητας με την αθανασία, της εκούσιας εξέλιξης της ζωής με τη μοιραία εξέλιξη των πραγμάτων, όπως ακριβώς συμβαίνει στην αληθινή ζωή.
Ποικίλοι είναι οι Χαρακτήρες των ηρώων του βιβλίου, ταξινομημένοι σε ομάδες αλλά και αυτόνομοι. Σπήλαιοι, φύλακες, άγγελοι, κλειδοκράτορες, Νύμφες. Ήρωες απόγονοι των αρχαίων Θεών, ήρωες που υποπίπτουν σε αμαρτήματα, που σπέρνουν τον θάνατο, τη διχόνοια, άπληστοι, που ορίζουν τις ζωές των κοινών θνητών αλλά και ήρωες που προστατεύουν, που αγκαλιάζουν, που ζουν αιώνια μέσα από ανθρώπινα κορμιά. 

Οι ήρωες του βιβλίου είναι πάνω από όλα τραγικοί. Η τραγικότητα για τη Γεωργία είναι απαραίτητο εργαλείο για να αποδώσει με δύναμη και ένταση την ιδιαιτερότητα των χαρακτήρων, αλλά ταυτόχρονα να δώσει και την απαραίτητη αντίθεση και να τονίσει τη διαφορετικότητά τους.
Η γεωργία γράφει ενστικτωδώς, ορμώμενη από το πιο έντονο συναίσθημα της ανθρώπινης φύσης, το συναίσθημα που ενώνει τον άνδρα με τη γυναίκα, αυτό που δίνει ζωή, τον έρωτα.
Κι από τον έρωτα μεταβαίνουμε στην ώριμη αγάπη. Ως υπέρτατο συναίσθημα η αγάπη είναι διάχυτη σε όλο το βιβλίο, ακόμη και εκεί όπου το μίσος δείχνει να νικά και να καθυποτάσσει την ανθρώπινη φύση.

Η συγγραφέας αγαπάει την ηρωίδα του βιβλίου, την Πανδώρα, με όλα τα προτερήματα και τα ελαττώματα της ανθρώπινης ύπαρξής της. Αυτή είναι και η υποχρέωση του συγγραφέα. Να υπερασπιστεί τον ήρωά του ακόμη και να του δώσει την ύψιστη θέση στο βιβλίο. Αυτό κάνει και η Γεωργία. Η Πανδώρα είναι κλειδοκράτορας, επιλεγμένη για μια ιερή αποστολή, να βρει την Αμβροσία, κρατώντας στο στήθος της ένα ταλισμάν. Την ίδια υποχρέωση είχαν και κάποιοι πρόγονοί της, πιστοί στην εντολή να διαφυλάξουν το μυστικό. Μετά από το κλείσιμο του κύκλου της ιστορίας, της αποκατάστασης του καλού και του δίκαιου, η Πανδώρα, έχοντας επιστρέψει στο πατρικό της, μετά από μια περιπέτεια που στο μυαλό της μοιάζει σαν ένα ταξίδι της φαντασίας, κρατά στα χέρια της το γράμμα ενός προγόνου κλειδοκράτορα

Η συγγραφέας χρησιμοποιεί στο βιβλίο αυτό μια έξυπνη τεχνική: μεταπηδά από το τρίτο στο πρώτο πρόσωπο. Μπαίνει στην σκέψη της Πανδώρας και μιλά σε πρώτο πρόσωπο, δίνοντας το βάθος των συναισθημάτων της, την αμεσότητα της σκέψης της. Τους φόβους και την αγωνία της, τον έρωτα και την αγάπη.

Κι έπειτα ξεπηδά από τη Πανδώρα και κρύβεται σε μια γωνιά του σκηνικού, για να ξετυλίξει σε τρίτο πρόσωπο την ιστορία.
Η Γεωργία δεν είναι συνεπώς η παντογνώστης συγγραφέας. Αφήνει στην ηρωίδα, την Πανδώρα, να ξετυλίξει τις σκέψεις και τα συναισθήματα, να ορίσει την πλοκή, να πάθει και να παρασυρθεί, να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Σαν να της το ζήτησε η ηρωίδα, σαν να έγινε μια μυστική συμφωνία μεταξύ τους, η συγγραφέας δίνει στην Πανδώρα, την κλειδοκράτορα, τον κλειδί του βιβλίου ώστε αυτή να ηγείται και όχι η ίδια η συγγραφέας. Γιατί η Πανδώρα βιώνει μια τόσο έντονη εμπειρία, αισθάνεται τόσο βαθιά, που μόνο η ίδια μπορεί να αποδώσει αυτά τα συναισθήματα, κι έτσι αρπάζει το χέρι της συγγραφέα και γράφει σε πρώτο πρόσωπο τις λεπτομέρειες που αυτή θέλει να αναδείξει και αποδώσει καλύτερα.
Ωστόσο η Γεωργία γνωρίζοντας πως το τρίτο πρόσωπο αναδεικνύει τη δεινότητα του συγγραφέα, παίρνει τη σκυτάλη από την Πανδώρα και κινεί την ιστορία εκεί όπου αυτή θέλει, έχοντας και πάλι συνοδηγό την ηρωίδα της. Θεωρώ πως οι εναλλαγές αυτές είναι καθαρά αυθόρμητες και ενστικτώδεις, κινούμενες λιγότερο από τη λογική και περισσότερο από το συναίσθημα, καθώς η συγγραφέας και η Πανδώρα μοιάζουν στον τρόπο που βιώνουν τα συναισθήματα. Εξάλλου είναι δεδομένο πως ο συγγραφέας πλάθει τον ήρωά του εμφυσώντας σε αυτόν δικά του χαρακτηριστικά, κάνοντάς τον σχεδόν καθ’ εικόνα και ομοίωση, τοποθετώντας τον όμως σε ανώτερη θέση από τον ίδιο.
Μια ακόμη τεχνική που χρησιμοποιεί η συγγραφέας είναι η επιβράδυνση, με παύσεις και επιμηκύνσεις. Με την τεχνική αυτή δίνει έμφαση και αναλύει τις σκηνές της, αναδεικνύει την τραγικότητα των ηρώων της, αποκαλύπτει τις αρετές ή τις αδυναμίες και τις αμαρτίες τους.
Η συγγραφέας δείχνει να θέλει να συμμετέχει και η ίδια στο δράμα, να βιώσει κι αυτή δίπλα στην ηρωίδα της, την Πανδώρα, το φανταστικό, το εξωπραγματικό ακόμη και τον δυνατό έρωτα. Έχοντας η ίδια μια ισορροπημένη φύση, μια θηλυκή και θελκτική παρουσία, ψυχή γεμάτη συναισθήματα, μια ολοκληρωμένη ζωή δεν μπορεί παρά να επιθυμεί έντονα να ζήσει το παράτολμο της ιστορίας της. Η τεχνική της επιβράδυνσης διευκολύνει και πραγματοποιεί αυτή της την επιθυμία. Όσο περισσότερο γράφει και αναλύει, τόσο περισσότερο μπαίνει και η ίδια μέσα στην ιστορία.
Αυτή είναι φίλοι του βιβλίου και η μαγεία της συγγραφής για αυτούς που συγγράφουν. Μαγεία που έχουν το προνόμιο να βιώνουν μόνο όσοι συγγράφουν. Το χρονικό διάστημα που κρατάει η συγγραφή του πρωτόλειου είναι για τον συγγραφέα μια ιδιαίτερη περίοδος της ζωής του, όπου ο ίδιος φεύγει από την πραγματικότητα, διεισδύει στον φανταστικό κόσμο της ιστορίας του, οι σκέψεις του και τα συναισθήματά του είναι δοσμένα σε αυτήν, αποκόπτεται, στο μέτρο του δυνατού, από την πραγματικότητα και ζει μέσα στην ιστορία του. Ακόμη κι όταν υποχρεώνεται να μπαινοβγαίνει στην πραγματικότητα της ζωής του, η σκέψη του καταφεύγει στους ήρωες του βιβλίου του. Όλα αυτά τον καθιστούν ελαφρώς αφηρημένο, καθώς η πραγματικότητά του κατά το χρονικό διάστημα της συγγραφής δεν είναι η αληθινή ζωή αλλά η φανταστική ζωή της ιστορίας. Όσο καλύτερα μπορεί να το καταφέρει τόσο πιο δυνατό είναι το έργο του. Όσο πιο πολύ δηλαδή πονέσει τόσο πιο αριστουργηματικό το πόνημά του.
Κι όταν η συγγραφή τελειώνει, ο συγγραφέας κρατά το πρωτόλειο στα χέρια του. Τότε είναι που βγαίνει από το φανταστικό και επανέρχεται στην αληθινή ζωή, και οι ζωές αντιστρέφονται, έτσι ώστε να βλέπει από άλλη οπτική γωνία πλέον το έργο του. Αναλογίζεται πολλές φορές, είμαι εγώ αυτή ή αυτός που έχω γράψει όλο αυτό το κείμενο, που όρισα την ιστορία, από την αρχή έως το τέλος της ή ήταν κάποιος άλλος, μια άλλη ανώτερη δύναμη που οδήγησε τα δάχτυλα στο πληκτρολόγιο ή στο μολύβι, που φώτισε και οδήγησε την σκέψη μου;
Αναπάντητο είναι το ερώτημα για τον συγγραφέα. Βλέπει τη δύναμη της σκέψης του, διαβάζει ξανά και ξανά το κείμενό του, θυμάται ξανά και ξανά ακόμη και τη μέρα που έγραψε την κάθε σελίδα, αναπολεί τα συναισθήματα που ένιωσε, τα βιώματα που τον οδήγησαν στην έμπνευση. Και τότε με σεμνότητα υποκλίνεται σε αυτό το θείο δώρο που έχει στην ψυχή του, να μπορεί να αφήνεται στη ροή της σκέψης του και στις συναισθηματικές ηφαιστειακές εκρήξεις της καρδιάς του, να μπορεί να εκφράζεται λεκτικά, να μπορεί να αποδώσει με λέξεις αυτό που άλλοι άνθρωποι δεν μπορούν ούτε καν να ξεστομίζουν στον ίδιο τον εαυτό τους. Ο συγγραφέας εκτεθειμένος έχει δώσει όλο του το βάθος και το περιεχόμενο της ψυχής του στον αναγνώστη, ώστε να τον βοηθήσει να καταφέρει και ο ίδιος να ξεκουμπωθεί, να αναδείξει τα δικά του συναισθήματα, να αγγίξει τις δικές του χορδές και να βγάλει τη δική του μελωδία των συναισθημάτων. Λειτουργεί σαν ένας απορροφητικός φακός των ηλιαχτίδων. Δέχεται τη δύναμη του φωτός και τη θαλπωρή τους, τη μετουσιώνει σε κείμενο και ανακλά το ίδιο φωτεινές και δυνατές ηλιαχτίδες μέσα από το βιβλίο του, ελπίζοντας ο αναγνώστης να τις δεχτεί με χαρά και με ανοιχτή ψυχή. Ελπίζοντας οι ηλιαχτίδες της γραφής του να μετουσιώσουν τον αναγνώστη σε έναν άνθρωπο διαφορετικό, σε έναν καλύτερο άνθρωπο.
Είναι απίστευτο τι μπορεί να κάνει μια αχτίδα του ήλιου στην ψυχή σου, είπε ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι.

Τρίτη 17 Απριλίου 2018

Η σκαντζοχοιρίνα και το αγριοκάστανο

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν η Ρίνα, μια σκαντζοχοιρίνα, γλυκομίλητη και στρουμπουλούλα. Είχε πολλές μυτερές τριχούλες, που τις τέντωνε κάθε φορά που ένιωθε χαρά, λύπη, ενθουσιασμό, φόβο ή όταν απλά ήθελε να φοβερίσει άλλα ζωάκια. Η Ρίνα ήταν λυπημένη γιατί δεν είχε γεννήσει ποτέ μικρά σκαντζοχοιράκια όπως οι υπόλοιπες σκαντζοχοιρίνες. Και τα αγαπούσε τόσο πολύ τα μικρά σκαντζοχοιράκια!
Ένα πρωί ξεκίνησε να σεργιανάει στο δάσος για να βρει τροφή. Περπάτησε πάνω σε ξερά φυλλαράκια, ανάμεσα από δένδρα ψηλά, διέσχισε λιβάδια. Μύριζε με τη μουσούδα της από εδώ, μύριζε από εκεί και όλα της φαινόταν τα ίδια και τα ίδια. Κοίταξε ψηλά και είδε σε μια φωλιά ένα κοτσυφάκι που το τάιζε στο στόμα η μαμά του, η κοτσυφίνα. Αναστέναξε η σκαντζοχοιρίνα. Κοίταξε μπροστά της και είδε ένα σκιουράκι στην αγκαλιά της μαμάς του σκιουρίνας. Αναστέναξε και πάλι.
-Γιατί να μην έχω και εγώ ένα σκαντζοχοιράκι να το αγκαλιάζω και να το ταΐζω; Παραπονέθηκε.
Κι όπως συνέχιζε να περπατάει, ένιωσε να κουράζεται και κάθησε πάνω σε ένα απαλό στρώμα από ξερά φυλλαράκια καστανιάς. Έκλεισε τα μάτια της και ονειρεύτηκε πως κρατούσε αγκαλιά ένα μικρό, χαριτωμένο και ήσυχο σκαντζοχοιράκι. Μετά από λίγο άνοιξε τα μάτια της και είδε μπροστά της κάτι που έμοιαζε με σκαντζοχοιράκι! Ήταν ένα κάστανο από την μεγάλη αγριοκαστανιά του δάσους. Το αγκαθωτό του περίβλημα, η μεγάλη λαχτάρα που είχε να αποκτήσει παιδί, αλλά και τα μυωπικά ματάκια της την έκαναν να μπερδευτεί.
-Τι όμορφο μωράκι που είσαι! Αναφώνησε και έσκυψε να το μυρίσει.
-Και πόσο όμορφα μοσχοβολάς! Σκαντζοχοιροευωδιά!
Το πήρε στην αγκαλιά της. Του χαμογέλασε και το γαργάλησε. Του σιγοτραγούδησε και το χάιδεψε.
-Είσαι πολύ ήσυχο μωράκι, είπε η σκαντζοχοιρίνα και ξεκίνησε για το σπίτι της με το μωρό στην πλάτη της, χαρούμενη όσο ποτέ.
Όταν έφτασε στην φωλιά της, το έβαλε να κοιμηθεί και παρέμεινε δίπλα του όλο το βράδυ. Σαν ξημέρωσε το έβγαλε στον ήλιο να ζεσταθεί. Την είδαν οι σκαντζόχοιροι της γειτονιάς και κρυφογέλασαν. Τα μικρά σκαντζοχοιράκια μαζεύτηκαν όλα μαζί και ξεκίνησαν παιχνίδι. Το σκαντζοχοιράκι της Ρίνας όμως ακόμη κοιμόταν. Και πώς να μην κοιμόταν αφού ήταν ένα κάστανο μέσα στο περίβλημά του; Πέρασαν οι μέρες  με την Ρίνα να φροντίζει το κάστανο μωρό της. Μια μέρα βροχερή, που καθόταν στην φωλίτσα με το κάστανο αγκαλιά, άκουσε κλάμα και σηκώθηκε ανήσυχη. Είδε ένα άλλο μικρό σκαντζοχοιράκι να κλαίει. Είχε βραχεί το τρλιχωμα του και τουρτούριζε. Άνοιξε τα μπροστινά της ποδαράκια και το αγκάλιασε να το ζεστάνει.
-Γιατί κλαις μικρό μου; του είπε.
-Έχασα τη μαμά μου! Ψέλλισε το μικρό σκαντζοχοιράκι. Περπατούσαμε μαζί στο δάσος και ξαφνικά την έχασα από τα μάτια μου, τα μυωπικά μου μάτια που δεν με βοηθάνε να βλέπω καλά.  Είμαι μόνο και απροστάτευτο, παραπονέθηκε το αληθινό σκαντζοχοιράκι.
Η Ρίνα συγκινήθηκε.
-Τι όμορφο μωράκι που είσαι! Αναφώνησε και έσκυψε να το μυρίσει.
-Και πόσο όμορφα μοσχοβολάς! Αληθινή σκαντζοχοιροευωδιά! Θα μείνεις μαζί μου, του είπε αποφασιστικά και άνοιξε την φωλιά της στο μικρό κι αβοήθητο πλασματάκι.
Κι όπως το βόλεψε στα ξεραμένα φυλλαράκια, το κοίμισε κι αυτό δίπλα στο αγριοκάστανο. Όλο το βράδυ τα παρατηρούσε. Μοιάζανε τόσο πολύ! Όμως συγκρίνοντάς τα πρόσεξε τις διαφορές τους. Το ένα είχε κεφαλάκι με μουσούδα, το άλλο ήταν στρογγυλό και είχε μόνο αγκάθια. Το ένα είχε τις τριχούλες του πεσμένες και κοιμόταν με την ανασούλα του να σιγοσφυρίζει, το άλλο κοιμόταν χωρίς να κουνιέται, με τις τριχούλες του τεντωμένες.
-Τζούνι μου, είπε τρυφερά η Ρίνα. Είσαι ένα αγριοκαστανάκι! Τι όμορφο που είσαι! Γέλασε με την ψυχή της η σκαντζοχοιρίνα. Τώρα κατάλαβε το μπέρδεμά της. Τώρα κατάλαβε γιατί κρυφογελούσαν οι υπόλοιπες σκαντζοχοιρίνες, όταν την έβλεπαν με το καστανάκι της. Σίγουρα θα δίσταζαν να μου πουν την αλήθεια για να μην την κακοκαρδίσουν! Σκέφτηκε και κούρνιασε δίπλα στο σκαντζοχοιράκι και το αγριοκαστανάκι.
Την επομένη το αγριοκαστανάκι είχε ανοίξει στα δύο. Από μέσα ξεπρόβαλλε ένα πανέμορφο κάστανο, καφετί και γυαλιστερό, με μια μικρή φουντίτσα στην κορυφή του. Κύλησε και ήρθε στην αγκαλιά του μικρού σκαντζόχοιρου.
-Αυτό είναι το καστανάκι σου, μικρέ μου, του είπε τρυφερά. Ξεπρόβαλλε από το περίβλημά του όσο εσύ κοιμόσουν, είναι σαν αδελφάκι σου!
Το σκαντζοχοιράκι χάρηκε. Είχε μια μανούλα, είχε και ένα αδελφάκι! Σηκώθηκε και αγκάλιασε τη νέα του μαμά.
-Κι αυτό είναι το περίβλημά του, η φωλίτσα του, είπε η Ρίνα. Εκεί θα το βάζεις να κοιμάται τα βράδια. Έλα τώρα, πάμε να σου δείξω και άλλα κάστανα, η αγριοκαστανιά είναι γεμάτη μικρά τζουνάκια!
Ξεκίνησαν μαζί, η Ρίνα και το μικρό σκαντζοχοιράκι. Στη διαδρομή τού έδειχνε τις ομορφιές του δάσους, τα ροζ κυκλάμινα και τα κίτρινα μανιτάρια, τα πράσινα σκαθάρια και τους αμέριμνους λαγούς με τους σαλταπήδους τους. Όταν έφτασαν στην αγριοκαστανιά, αντίκρυσε ένα μοναδικό θέαμα. Όλοι οι σκαντζόχοιροι του δάσους είχαν μαζευτεί με τα μικρά τους. Τα σκαντζοχοιράκια τρέχανε ανάμεσα στα πεσμένα αγριοκάστανα και παίζανε κρυφτό.
-Έλα, τρέχα και εσύ με τους μικρούς σκαντζόχοιρους, παίξε! Παρότρυνε τον μικρό της και του χαμογέλασε. Αυτή τη φορά δεν θα μπερδευτώ!
Η Ρίνα, χαρούμενη όσο ποτέ, καμάρωνε το παιδάκι της. Ήταν τόσο όμορφο να το βλέπει ευτυχισμένο! Χαμογέλασε στις σκαντζοχοιρίνες.
-Μας έδωσες ωραία ιδέα, Ρίνα! Είπε μία σκαντζοχοιρίνα. Τα μικρά μας ενθουσιάστηκαν με τους σωσίες τους, τα αγριοκάστανα. Ήταν μια καλή ευκαιρία να μάθουμε όλοι πως στη φύση υπάρχουν ομοιότητες που δεν μπορούσαμε να φανταστούμε.
Η Ρίνα ένιωσε ξεχωριστή. Άθελά της είχε κάνει ευτυχισμένη όλη την κοινότητα των σκαντζόχοιρων. Πιο πολύ όμως ένιωθε ξεχωριστή γιατί είχε ένα μικρό σκαντζοχοιράκι που θα το φρόντιζε και θα το μεγάλωνε όπως όλες οι μαμάδες σκαντζοχοιρίνες του δάσους!

Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2017

Η κόκκινη καραμέλα

1ο βραβείο στον 4ο ηλεκτρονικό διαγωνισμό διηγήματος της Εθελοντικής ομάδας δράσης Ν.Πιερίας


Κάθε φορά που η Ελένη ήθελε να μείνει μόνη, να σβήσει τις εφιαλτικές θύμησες του πολέμου, να ονειρευτεί μια ζωή διαφορετική, έβγαινε τρέχοντας από το σπίτι, για να συναντήσει το κεντρικό ποτάμι, αυτό που κατέληγε στον μεγάλο καταρράκτη. Το συναντούσε από ψηλά, από την πέρα γειτονιά και περπατούσε κατά μήκος της όχθης. Ήταν ο συνοδοιπόρος της, ο συνομιλητής με τον οποίο μοιραζόταν τις σκέψεις της. Αυτή, το νερό και τα ξερά φυλλαράκια, που σαν μικρές, ακυβέρνητες βαρκούλες κυλούσαν άβουλα, μέχρι που έφταναν στο τέλος της διαδρομής, τον καταρράκτη και εκεί τις αποχαιρετούσε και επέστρεφε σπίτι, επέστρεφε στη σκληρή πραγματικότητα. Σ’ αυτήν την αγαπημένη της διαδρομή, βάδιζε τώρα με τη μητέρα της.
-Περπάτα πιο γρήγορα, πρόσταξε η Νίκα. Θα αργήσουμε, ο μπαμπάς μάς περιμένει.
Η Ελένη άνοιξε το βήμα της. Ένα βήμα της μητέρας της ισοδυναμούσε με τρία για τα μικρά της ποδαράκια. Λαχάνιασε κι ο κρύος αέρας πάγωνε το πρόσωπο, κατέβαινε ορμητικά στα ζεστά της πνευμόνια. Η εκπνοή της άχνιζε. Η μητέρα της, φορτωμένη δυο μάλλινες κουβέρτες, προχωρούσε απορροφημένη στις σκέψεις της. Η μικρή δεν προλάβαινε να εξηγήσει στο ποτάμι τα όσα είχαν συμβεί την προηγούμενη μέρα, μόνο καλημέριζε τον στόλο των ξερών πλατανόφυλλων, σφίγγοντας στην αγκαλιά της τα πέντε ζευγάρια μάλλινες κάλτσες.
-Ακολούθα τη σκέψη μου και ίσως καταλάβεις, του ψιθύρισε.
Με το αριστερό χέρι αναζήτησε την καραμέλα στην τσέπη του πανωφοριού της, μια καραμέλα ίδια με εκείνη την κόκκινη καραμέλα που της είχε δώσει ο μπαμπάς της, όταν είχε επιστρέψει από τον πόλεμο, πριν λίγους μήνες. Στον σταθμό των τρένων τον είχαν υποδεχτεί. Η Ελένη μόνο από μια φωτογραφία τον γνώριζε, καθώς ήταν πολύ μικρή όταν είχε ξεσπάσει ο πόλεμος. Την έκρυβε στον κόρφο της, σκαρφάλωνε στην κερασιά τους και την έδειχνε στις στρατιές των μυρμηγκιών και στις χρυσοπράσινες ζήνες. Ήταν περήφανη για αυτόν που πολεμούσε για την ελευθερία, για τη δική της ελευθερία. Όταν τον αντίκρισε, δεν κατάφερε να τον αναγνωρίσει. Ήταν αδυνατισμένος, άπλυτος και εξαντλημένος. Εκείνος την πλησίασε, την αγκάλιασε σφιχτά και έκρυψε στην χούφτα της μια κόκκινη καραμέλα, που σαν αυτήν δεν είχε ξαναδεί. Ήταν μακρουλή, τυλιγμένη σε ένα λευκό, διάφανο χαρτάκι και είχε την πιο γλυκιά γεύση του κόσμου.
Περπατούσε με τον ρυθμό του νερού. Μια παράξενη τροπή είχε πάρει και πάλι η ζωή της, όπως πριν πέντε χρόνια, τότε που ο μπαμπάς της έφυγε στον πόλεμο. Ανέτρεξε στα γεγονότα της προηγουμένης. Ήταν νωρίς το απόγευμα. Η Γλυκερία, η φίλη τους, τους είχε επισκεφθεί, για να ετοιμάσουν προκηρύξεις στη γραφομηχανή, ενώ η μητέρα της φυλούσε τσίλιες στο παράθυρο.
-Μαμά, δεν συμφωνούν οι γείτονες με αυτά που γράφει ο μπαμπάς στη γραφομηχανή; Γιατί τρέμεις όταν χτυπάει τα πλήκτρα; απόρησε η μικρή Ελένη.
-Δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι τις ίδιες αντιλήψεις.
«Αντιλήψεις …τι σημαίνει οι άνθρωποι δεν έχουν τις ίδιες αντιλήψεις;» αναρωτήθηκε. Δεν γνώριζε η Ελένη και δεν ρωτούσε. Ήξερε πως οι άνθρωποι δεν έχουν ίδια σπίτια, δεν τρώνε ίδιο φαγητό, πως τα παιδιά δεν έχουν ίδια παιχνίδια. Οι αντιλήψεις ήταν κάτι το απροσδιόριστο, μια έννοια αφηρημένη.
-Έλα να παίξουμε, την κάλεσε η Μαρία, η μικρή της αδελφή.
Η Ελένη αδιαφόρησε. Για άλλη μια φορά τα ίδια ερωτήματα κυρίευσαν το μυαλό της. Οι κατακτητές, Γερμανοί και Ιταλοί, είχαν φύγει, αλλά γιατί συνεχιζόταν ο πόλεμος; Ποιον πολεμούσαν τώρα; Γιατί της ήταν ακόμη απαγορευμένα όλα;
Οι προκηρύξεις είχαν ετοιμαστεί και μετά από λίγο το σπίτι τους έγινε και πάλι το κέντρο της γειτονιάς. Κάθε μέρα τους επισκέπτονταν οι γείτονες, για να ακούσουν τις ειδήσεις στο ραδιόφωνο. Ήταν το μοναδικό σπίτι που είχε ραδιόφωνο και γραφομηχανή. Η μητέρα της δεν συμφωνούσε με αυτές τις συγκεντρώσεις που οργάνωνε ο πατέρας της, ούτε με το ραδιόφωνο που είχε αγοράσει και που κόστιζε μια περιουσία, ούτε με τη γραφομηχανή. «Κοίτα την οικογένειά μας, Τάσο» έλεγε και ξανάλεγε, «δεν θα μας βγουν σε καλό όλα αυτά». Και δεν τους βγήκαν.
Κατέφθασαν ένας, ένας οι γείτονες, σχεδόν αθόρυβα, μυστικά, νυχοπατώντας και κάθησαν κατάχαμα, μπροστά στο ραδιόφωνο. Η φωνή της εκφωνήτριας πλημμύρισε τη σάλα. Είχαν έρθει και τα γειτονόπουλα, ο Γιωργάκης και ο Μιχάλης. Κατέφυγαν στην κρεβατοκάμαρα. Εκεί έπαιζαν πάντα κι ας κρύωναν. Έστηναν αυτοσχέδια παιχνίδια κι έπαιζαν ώρες ατελείωτες. Η Ελένη παρίστανε την εκφωνήτρια. Καθόταν στη γωνία, όρθια, με ένα κουτάλι στο χέρι για μικρόφωνο, ενώ ο Γιωργάκης, ο Μιχάλης και η Μαρία ήταν καθισμένοι παραπέρα, στη φλοκάτη, μπροστά σε ένα κασόνι, το αυτοσχέδιο ραδιόφωνό τους. Και η Ελένη εκφωνούσε.
-Τα παιδιά θα πρέπει να κάνουν υπομονή. Το παιχνίδι στις αλάνες απαγορεύεται. Τα παιδιά θα παίζουν στα δωμάτιά τους και ο Ερυθρός Σταυρός, τον επόμενο μήνα, θα προσφέρει κούκλες και μπάλες. Ο πόλεμος συνεχίζεται.
-Το άκουσες, το άκουσες; έλεγαν αναμεταξύ τους τα μικρά, ο πόλεμος συνεχίζεται.
Και η Ελένη συμπλήρωσε.
-Αυτά ήταν τα νέα της ημέρας, κυρίες και κύριοι. Ακολουθεί το παιδικό πρόγραμμα, το παραμύθι για παιδιά!
Χοροπηδούσαν από τη χαρά τους.
-Παραμύθι, παραμύθι! φώναζαν τα τρία μικρότερα και η Ελένη χαμογελούσε.
Ξαφνικά, το αληθινό ραδιόφωνο των μεγάλων σώπασε, φωνές ακούστηκαν από τη σάλα. Η Ελένη βγήκε από την κρεβατοκάμαρα. Το βλέμμα της μετεωρίσθηκε ανάμεσα στον κόσμο.
-Μαμά, πού είναι ο μπαμπάς; έβγαλε μια κραυγή.
-Πήγε στην αστυνομία, του ζήτησαν να πάει για να συζητήσουν κάποια θέματα. Θα έρθει όμως, μην ανησυχείς, σε λίγες μέρες θα είναι και πάλι κοντά μας.
«Σε λίγες μέρες…» σκέφτηκε η Ελένη, «όταν οι μεγάλοι λένε σε λίγες μέρες, εννοούν σε πολλές…δεν σε πιστεύω μαμά, δεν σε πιστεύω…». Χώθηκε στην αγκαλιά της και έκλαψε γοερά. Έσφιγγε τους μηρούς της, σκούπιζε τα δάκρυα από την μπλούζα της. Κοίταξε τη γραφομηχανή, που έστεκε μουγκή πάνω στο τραπέζι, κοίταξε το ραδιόφωνο, που σιωπούσε και αυτό. «Εσείς προδώσατε τον μπαμπά», ψέλλισε μέσα από τα αναφιλητά της.
Η Μαρία, ο Μιχάλης και ο Γιώργος αναζήτησαν στη σάλα την αφηγήτρια, να τους πει το παραμύθι στο αυτοσχέδιο ραδιόφωνό τους. Κοιτούσαν σαστισμένα και αυτά, ήταν όμως μικρά για να αντιληφθούν τι συνέβαινε.
-Καραμέλες! φώναξε η Μαρία και έτεινε το χεράκι της στην Ελένη.
Δύο κόκκινες καραμέλες, ίδιες με εκείνες που τις είχε δώσει ο μπαμπάς τους, όταν είχε επιστρέψει από τον πόλεμο.
-Πού τις βρήκες; ρώτησε η Ελένη επιτακτικά.
Η μικρή Μαρία κοίταξε τον μπουφέ και ξέσπασε σε κλάματα.
-Ο κύριος από την αστυνομία τις έφερε… είπε η Νίκα και η φωνή της ράγισε.
Η Ελένη άπλωσε το χέρι και πήρε την καραμέλα από το χέρι της αδελφής της. «Θα την γυρίσω πίσω, δεν την θέλω, θα την δώσω στον κύριο αστυνομικό, για να μου δώσει πίσω τον μπαμπά», έπνιξε τη σκέψη της. Ο κόσμος αποχώρησε από το σπίτι, βουβός, όπως βουβή έστεκε η γραφομηχανή και το ραδιόφωνο.
-Ελάτε κορίτσια να κοιμηθείτε, έσπασε τη σιωπή η φωνή της γιαγιάς. Αύριο, μόλις ξυπνήσουμε, θα πάμε στον κήπο να κλαδέψουμε τις τριανταφυλλιές.
Τα κορίτσια έτρεξαν στην αγκαλιά της. Με τη γιαγιά κοιμόντουσαν κάθε βράδυ. Τις νανούριζε με παραμύθια και όταν αποκοιμιόταν, δάκρυζε. Είχε μεγαλώσει με πολέμους και στερήσεις και ήλπιζε πως τα εγγόνια της θα είχαν πιο στρωμένη ζωή. Τα όνειρά της διαψεύστηκαν. Ο δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος στοίχειωσε τις ζωές τους.
Η Νίκα άνοιξε τα παράθυρα να μπει φρέσκος αέρας, πρόσθεσε λίγα κάρβουνα στο μαγκάλι και έμεινε σιωπηλή. Ποτέ δεν συμφωνούσε. Και τώρα, μόνη, για άλλη μια φορά, με τα δυο κορίτσια και τη γιαγιά, με τον φόβο να την πιάσουν και να τη βασανίσουν. Η σκέψη της φώλιασε στη νοητή αγκαλιά του άντρα της. Θα κρύωνε, θα πονούσε. «Κουβέρτες, πρέπει να του πάω κουβέρτες, το κρατητήριο θα είναι παγωμένο» συλλογίστηκε. Το σκοτάδι έξω είχε πυκνώσει. Ο ύπνος δεν επισκέφθηκε το αδειανό κρεβάτι της. Σηκώθηκε χαράματα. Συμμάζεψε και πήγε να φέρει γάλα. Το κρύο τσουχτερό, περόνιαζε το κορμί της. Πώς θα τα κατάφερνε; Πώς θα επιβίωναν; Οι πελάτισσες δε θα έρχονταν για τα ραφτικά. Η είδηση, πως ο Τάσος είναι πολιτικός κρατούμενος, θα στιγμάτιζε το σπίτι τους. Σκέψεις που στροβίλιζαν στο μυαλό της, το σώμα της λυγούσε από την αγρύπνια, ασήκωτο το ένιωθε. Επέστρεψε με μάτια βουρκωμένα. Τα κορίτσια μόλις είχαν ξυπνήσει και η γιαγιά έπλεκε πλεξούδες τα μαλλιά τους.
-Πάνω κορίτσι, κάτω μαλλιά… έλεγε και ξανάλεγε η γιαγιά Ελένη και η πλεξούδα λύθηκε, όπως η Ελένη πετάχτηκε, σαν άκουσε το μάνδαλο της πόρτας.
-Μαμά, τι ώρα θα πάμε στον μπαμπά;
-Πιες το γάλα, φάε το ψωμί και φεύγουμε.
Πρώτη φορά ήπιε όλο το γάλα και καταβρόχθισε το ψωμί της. Ήταν ήδη ντυμένη, είχε φορέσει την καλή φούστα με τις πιέτες και το κόκκινο πουλόβερ.
-Πάμε, άκουσε την προσταγή, φόρεσε τις γαλότσες και βγήκαν στο δρόμο.
Διασχίζοντας την πεζογέφυρα, η Ελένη κοντοστάθηκε. Κοίταξε το ποτάμι και αισθάνθηκε πως σταμάτησε κι αυτό για λίγο.
-Κατάλαβες λοιπόν; Θα φέρω τον μπαμπά μου πίσω, θα το δεις! είπε και περνώντας στην απέναντι πλευρά κατευθύνθηκαν όλο ευθεία.
Πέρασαν από τον φούρνο και ο φούρναρης τις χαιρέτησε διστακτικά. Είχε τον φόβο μην τον δουν να τις απευθύνει το λόγο. Έστριψαν στη γωνία και είδαν δυο γειτόνισσες. Η Νίκα τις καλημέρισε, μα αυτές απέστρεψαν το βλέμμα. Η Ελένη δεν μιλούσε. Είχε αγωνία να δει τον μπαμπά της, να του δώσει την καραμέλα της, να σμίξουν οι ζωές τους ξανά. Τις προσπέρασε ένας κύριος.
-Μαμά, ο κύριος Ανανίας, δεν θα μας χαιρετήσει;
-Φαίνεται δεν μας πρόσεξε παιδί μου, οι άνθρωποι είναι κάποιες φορές αφηρημένοι…
-Και έχουν άλλες αντιλήψεις...
-Ναι, έχουν άλλες αντιλήψεις, είπε κοφτά η Νίκα και συνέχισαν την πορεία τους.
Στην επόμενη στροφή το κτίριο της αστυνομίας πρόβαλλε στα μάτια τους. Τα βήματα βαραίνουν. Η Νίκα δεν τυραννιέται από σκέψεις, μήτε από φόβο, μόνο την εικόνα του Τάσου αναζητά με το άφεγγο βλέμμα της.
-Πρόσεξε, μαμά, συρματόπλεγμα! την προλαβαίνει η Ελένη.
Με μία κίνηση το παραμερίζει και μπαίνουν στο κτίριο. Η καραμέλα έχει ζεσταθεί από το παιδικό χέρι της Ελένης. Ένας κύριος παραλαμβάνει μάνα και κόρη και τις οδηγεί στο επισκεπτήριο. Η μικρή παρατηρεί τους υγρούς τοίχους, το μοναδικό μικρό παράθυρο με τις σιδεριές, τους δύο κυρίους που στέκουν ακίνητοι στην είσοδο. Η Νίκα, μουδιασμένη από το κρύο, εναποθέτει τις δυο κουβέρτες πάνω στο τραπέζι, μαζί και τα πέντε ζευγάρια κάλτσες.
-Ο μπαμπάς; φώναξε στους κυρίους η Ελένη, σφίγγοντας στη χούφτα της την καραμέλα.
-Σώπασε, θα τον φέρουν, δεν μιλάμε εδώ, είναι σαν τον βουβό κινηματογράφο, τη συμβούλευσε η μητέρα της.
Η σιδερένια πόρτα άνοιξε. Η Ελένη όρμησε στην αγκαλιά του μπαμπά της.
-Μπαμπά, μπαμπά! Κοίτα, σου έφερα μία κόκκινη καραμέλα, ίδια με εκείνη που μου είχες δώσει, όταν είχες γυρίσει από τον πόλεμο! Θα την δώσεις πίσω στον κύριο αστυνόμο που μας την έφερε χθες και θα γυρίσεις μαζί μας, στο σπίτι!
Άνοιξε τη χούφτα της και η καραμέλα λες και αναδύθηκε από τη σκοτεινή τσέπη κι ανάσανε αέρα.
-Δεν αρέσει στους κυρίους το κόκκινο χρώμα, Ελενάκι μου, της ψιθύρισε και πήρε την καραμέλα στις χούφτες του.
-Γιατί; Επειδή έχουν άλλες αντιλήψεις;
Η Νίκα και ο Τάσος ταράχτηκαν.
-Θα με μεταφέρουν στο Γεντί Κουλέ και από κει στη Γυάρο. Νίκα, θέλω να κάνεις κουράγιο, θα είναι δύσκολα, πολύ δύσκολα, θα κάνεις υπομονή, της είπε και την κοίταξε κατάματα.
Τη φίλησε με το βλέμμα του. Η Νίκα, μικροκαμωμένη και γλυκιά, άγγιξε το πρόσωπό του με τρεμάμενα χέρια, τον κοίταξε με τα μεγάλα, εκφραστικά της μάτια. Δεν είπε κουβέντα, ποτέ της δεν μιλούσε. Με το βλέμμα απαντούσε πάντα. Θα έκανε υπομονή, και τα βασανιστήρια θα άντεχε -ως σύζυγος κομμουνιστή- και τη φτώχεια και την περιθωριοποίηση. Αγκαλιάστηκαν για λίγο οι τρεις τους. Η Ελένη έκλεισε τα μάτια και τον φαντάστηκε γενναίο καπετάνιο στη βαρκούλα με σκαρί το περιτύλιγμα της καραμέλας, να πασχίζει με όλες του τις δυνάμεις να ανέβει το ποτάμι. «Κακότυχη η βαρκούλα σου, μπαμπά» ψέλλισε. Ένα τελευταίο χάδι ένιωσε στα μαλλιά της και έστρεψε το κεφαλάκι της ψηλά. Δεν πρόλαβε να δει την τρυφερή του ματιά πάνω της. Οι φύλακες τον τράβηξαν βίαια προς το μέρος τους. Η κόκκινη καραμέλα δεν είχε τη δύναμη να φέρει τον μπαμπά της πίσω! Πόσο ακατανόητος ήταν ο κόσμος των μεγάλων! Μάνα και κόρη βημάτισαν προς την έξοδο. Η Ελένη γύρισε να τον δει μια τελευταία φορά. Είχε καθήσει. Τα πόδια του, από τις γάμπες και κάτω, ήταν γυμνά. Πρόσεξε τις πατούσες του. Είχαν κόκκινες χαρακιές. «Φόρα τις κάλτσες, μπαμπά, φόρα τες, μην δουν οι κύριοι, με τις άλλες αντιλήψεις, τις κόκκινες χαρακιές και σε μαλώσουν» συλλογίστηκε πικραμένη και έκλεισε πίσω της η σιδερένια πόρτα.

Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2017

Μια μικρή υφάντρα αραχνούλα

Μια φορά και έναν καιρό, σε μια πολιτεία αραχνοΰφαντη, κατοικούσαν πολλές μικρές αράχνες. Ήταν όλες τους ικανές υφάντρες και όλη μέρα δούλευαν σκληρά για να υφάνουν τα καλύτερα  εργόχειρα. Μόλις ο ήλιος χάραζε στον ορίζοντα και ο ουρανός βαφόταν πορτοκαλί, έβγαινε μία μία αραχνούλα από το σπιτάκι της και έψαχνε τη δική της γωνία να στήσει το υφαντό της. Η τέχνη τους ήταν μοναδική και η πολιτεία, με τον καιρό, είχε στολιστεί με πολλά, πολλά εργόχειρα. Όλα τα έντομα της γειτονικής πολιτείας θαύμαζαν το έργο τους. Όμως ποτέ τους δεν πλησίαζαν, γιατί ήξεραν πως όσο όμορφα κι αν ήταν τα υφαντά, άλλο τόσο ήταν επικίνδυνα.
Ένα πρωινό, που ο ήλιος φώτιζε γλυκά τον ουρανό, μια μικρή αραχνούλα ξεκίνησε αργά αργά να περπατάει, για να ψάξει ένα απόμερο μέρος να υφάνει το πρώτο υφαντό της. Κι όσο έψαχνε, αναρωτιόταν πώς θα ξεκινήσει να υφαίνει, αφού κανένας στη ζωή της δεν της έδειξε την τέχνη. Η μαμά της έφυγε, για άγνωστο λόγο, λίγο πριν βγει από το αυγουλάκι η μικρή αραχνούλα. Δεν πρόλαβε να της μάθει την τέχνη της υφαντικής. Ούτε καν να της δώσει ένα γλυκό φιλί. Έτσι λοιπόν η μικρή αραχνούλα περπατούσε μόνη. Συνάντησε μια μεγάλη και ικανή αράχνη και θαύμασε τον ιστό της.
-Πόσο όμορφο ιστό υφάνατε! Θα ήθελα να μου πείτε το μυστικό, της είπε.
-Δεν μπορώ, της απάντησε κοφτά η μεγάλη αράχνη.
Στεναχωρημένη η μικρή αραχνούλα συνέχισε τον δρόμο της.
Προχωρούσε αργά, αργά, μέχρις όπου συνάντησε μια άλλη δεξιοτέχνα υφάντρα.
-Καλή σας ημέρα, πόσο όμορφο ιστό υφάνατε! Θαύμασε ξανά. Θα ήθελα να μου πείτε το μυστικό, επανέλαβε η μικρή αραχνούλα.
-Δεν μπορώ, της απάντησε αυτή. Η τέχνη μου είναι μοναδική, τα σχήματά μου έχουν άψογο, γεωμετρικό σχήμα.
Και η μικρή αραχνούλα απογοητευμένη συνέχισε τον δρόμο της. Γυρνούσε το κεφαλάκι της δεξιά και αριστερά και θαύμαζε τα υπέροχα εργόχειρα της πολιτείας, όπως ήταν κρεμασμένα ανάμεσα από κλαδιά, λουλούδια, ακόμη και κορμούς δένδρων.
-Δεν θα μπορέσω ποτέ να κάνω ένα υφαντό σαν αυτά, έλεγε από μέσα της. Η μαμά μου δεν φρόντισε να μου μάθει τίποτα, σκέφτηκε και έβαλε τα κλάματα.
Κάποια στιγμή έφτασε σε ένα ξέφωτο, εκεί όπου το γρασίδι απλώνει το πράσινο χαλί και τα λουλούδια ευωδιάζουν υπέροχα.
-Εδώ θα υφάνω τον ιστό μου, είπε μέσα της αποφασιστικά.
Ανέβηκε σε ένα ψηλό κλαδί και θαύμασε το τοπίο. Μετά από αρκετή περισυλλογή και σκέψη, αποφάσισε να κάνει το πρώτο σάλτο στον αέρα. Άφησε την αρχή της μεταξένιας ίνας στο κλαδί και, παίρνοντας βαθιά ανάσα, άρχισε να κατεβαίνει σιγά σιγά, μέχρι να συναντήσει το πιο κάτω κλαδί.
Στη συνέχεια πήδηξε προς τα πάνω και άφησε να βγει από την κοιλιά της μπόλικη μεταξένια κλωστή, την οποία έδεσε σε πολλά σημεία. Αφέθηκε στο ένστικτό της, να την οδηγήσει στο στήσιμο του ιστού της. Και όσο αφηνόταν, τόσο ύφαινε. Όταν τελείωσε, κάθησε αποκαμωμένη  στην άκρη, για να δει το έργο της. Το παρατηρούσε πολύ ώρα. Διέκρινε μία ατέλεια σε μια του άκρη. Έπρεπε να τη διορθώσει, να μην το δουν οι άλλες αράχνες και την κατηγορήσουν πως δεν είναι άξια υφάντρα. Πόσο θα ήθελε να ήταν κοντά η μαμά της, να τη συμβούλευε, να της έλεγε τα μυστικά ενός άψογου ιστού.
-Ωραίος ο ιστός σου, μικρή αραχνούλα, άκουσε μια φωνή να της λέει. Θέλεις να έρθεις να δεις και τον δικό μου; της πρότεινε.
Γύρισε το κεφαλάκι της και είδε μια μεγάλη, όμορφη αράχνη. Ο ιστός της ήταν κρεμασμένος παραδίπλα και ο αέρας τον ανέμιζε.
-Μοιάζουν πολύ, ψέλλισε η μικρή αραχνούλα.
Η μεγάλη αράχνη κοιτούσε συγκινημένη.
-Μοιάζουν πολύ, κοίτα εκείνην εκεί τη μικρή ατέλεια! είπε η μεγάλη αράχνη.
Η μικρή αραχνούλα χαμογέλασε. Δεν περίμενε μια μεγάλη αράχνη να έχει υφάνει ιστό με ατέλεια. Και πόσο έμοιαζε με την ατέλεια του δικού της ιστού! Δεν μπορούσε να το εξηγήσει, ήταν σύμπτωση ή μήπως κάτι άλλο; Η μεγάλη αράχνη όμως ήξερε.
-Πριν βγεις από το αυγουλάκι σου κιόλας, έπρεπε να φύγω, με είχε καλέσει μια καλή μου φίλη να τη βοηθήσω, γιατί φυσούσε δυνατός άνεμος εκείνη την ημέρα και δεν μπορούσε να στηρίξει τον ιστό από μόνη της. Όταν επέστρεψα στο σπίτι μας, εσύ είχες φύγει. Είχες βγει έξω και περπατούσες, παρατηρώντας τα κρεμασμένα υφαντά. Διαπίστωσα πως είσαι πολύ έξυπνη αραχνούλα και πως μόνη σου θα έβρισκες τον τρόπο να υφάνεις. Έτσι έφυγα και ήρθα σε αυτό το μέρος, να ζήσω μόνη. Πίστευα πως το ένστικτό σου και λίγο η τύχη θα σε οδηγούσε κοντά μου. Και να λοιπόν που έτσι έγινε.
Η μεγάλη αραχνούλα σταμάτησε να μιλάει. Πήρε την κόρη της και ξεκίνησαν ένα περίπατο στην πολιτεία των υφαντών. Της έδειχνε τα σχήματα, της εξηγούσε λεπτομέρειες της ύφανσης, της έλεγε τα μυστικά της τέχνης ενός καλού υφαντού.
-Ό,τι κι αν δεις όμως, μικρή μου, να γνωρίζεις πως αυτό που θα υφάνεις εσύ, με το μυαλό και το ένστικτό σου, θα έχει τη δική σου υπογραφή, τη δική σου τέχνη. Αυτό έκανες χωρίς το καταλάβεις.
Η μικρή αραχνούλα της χαμογέλασε. Δεν περίμενε πως θα τα κατάφερνε μόνη, με το μυαλό και το ένστικτό της. Ήταν πολύ χαρούμενη. Είχε στο πλάι τη μαμά της, είχε υφάνει ένα ξεχωριστό υφαντό που είχε τη δική της σφραγίδα. Ήταν μια δεξιοτέχνης αραχνούλα.

Παρασκευή 21 Απριλίου 2017

Ο παππούς-Μπότας στο Τσαγκαράδικο




Ο παππούς-Μπότας ένιωθε τις φθαρμένες σόλες του να πονάνε, του ήταν αδύνατον να περπατήσει. Ήταν αρκετά μεγάλος σε ηλικία και όπως και να είχε επιβάλλονταν να επισκεφθεί τον Τσαγκάρη. Πήρε λοιπόν τη γενναία απόφαση. Ο Τσαγκάρης με μεγάλη του χαρά τον περιποιήθηκε και του έκανε όλες τις απαραίτητες εργασίες. Δύο μήνες ο παππούς-Μπότας έπρεπε να παραμένει παντελώς ακίνητος, για να κολλήσει η κόλλα στη σόλα, για να δέσουν τα ράμματα στα μπαλώματα και για να απορροφηθεί το λούστρο στο δέρμα του. Ο Τσαγκάρης τον έβαλε να καθήσει στο πιο ψηλό ράφι και από εκεί ο παππούς-Μπότας επιθεωρούσε ό,τι συνέβαινε στο νοσοκομείο, όπως έλεγε χαριτολογώντας ο Τσαγκάρης το μαγαζί του. Ήθελε να γίνει γιατρός όταν ήταν μικρός, αλλά επειδή προτιμούσε να λιώνει τις σόλες του στις αλάνες, σκέφτηκε πως θα γινόταν ένας πολύ καλός τσαγκάρης αντί για γιατρός, καθώς θα γιάτρευε τις σόλες των παπουτσιών, που τόσο αγαπούσε.  
Το τσαγκαράδικο ήταν ένα υπόγειο κατάστημα και είχε ένα και μοναδικό παράθυρο, ψηλά στον τοίχο που κοιτούσε στο δρόμο. Από τη θέση του ο παππούς-Μπότας αγνάντευε το δρόμο. Παρατηρούσε τα παπούτσια που περνούσαν, σιγοσφύριζε τα ψηλά τακούνια και γελούσε με τα τρύπια αθλητικά των παιδιών. Μια μέρα, όπως λαγοκοιμόταν το μεσημέρι, άκουσε το σπαραχτικό κλάμα ενός παπουτσιού. Άνοιξε τα μάτια του και είδε ένα μικρό, καταπράσινο αρβυλάκι, που έκλαιγε μοναχό του στην άκρη του πεζοδρομίου, κοντά στο παράθυρο.
-Ψιτ, ψιτ, αρβυλάκι, γιατί κλαις; του είπε σιγανά.
Το Αρβυλάκι όμως συνέχιζε να κλαίει ακόμη πιο σπαρακτικά.
-Θα με σκάσεις πια, του είπε ο παππούς-Μπότας. Πες μου, μικρό μου, τι σε κάνει τόσο δυστυχισμένο;
Το Αρβυλάκι γύρισε και τον κοίταξε. Τα δάκρυα κυλούσαν ποτάμια, από τις πάνω τρύπες έως κάτω τη σόλα. Τα κορδόνια είχαν μουλιάσει και το δέρμα του είχε σκουρύνει από την υγρασία.
-Και να σας πω δεν θα με καταλάβετε, απάντησε επιτέλους το Αρβυλάκι. Είμαι, βλέπετε, τόσο μα τόσο ανεπιθύμητος, τόσο μα τόσο πράσινος, που δεν θα με καταλάβετε.
Ο παππούς-Μπότας χαμογέλασε, αλλά προσπάθησε να μη δείξει το χαμόγελό του, για να μην παρεξηγηθεί το Αρβυλάκι.
-Κατάλαβα, μάλλον δεν κατάλαβα, αλλά είτε κατάλαβα είτε δεν κατάλαβα, προτείνω να κάνεις ένα σαλταπήδο και να έρθεις εδώ, κοντά μου. Θα σε βοηθήσω εγώ να ξεπεράσεις το πρόβλημά σου.
Το Αρβυλάκι σταμάτησε το γοερό του κλάμα. Σαν να χαμογέλασε το σολάκι του. Με ένα σάλτο βρέθηκε στο πάνω ράφι, δίπλα στον παππού-Μπότα. Δεν πρόλαβε να τον κοιτάξει και άρχισε πάλι τα κλάματα.
-Και τώρα τι κλαις; του είπε λίγο αυστηρά αυτή τη φορά ο παππούς-Μπότας.
Το Αρβυλάκι κοίταξε προς τα κάτω και με το βλέμμα του έδειξε τα παπούτσια της κάτω σειράς.
-Εκείνο εκεί το παπούτσι, το καφέ Μποτάκι, εκείνο τα φταίει όλα, εκείνο είναι υπεύθυνο για τη δυστυχία μου, αλλά και τα διπλανά, εκείνο το μαύρο Μποτάκι και το κανελί. Αυτά με κορόιδευαν πως έχω το πιο σαχλό, πράσινο χρώμα, πως μοιάζω με παπούτσι βατράχου και πως μόνο ένα πράσινο σκουλήκι θα συγκρινόταν μαζί μου σε ασχήμια.
Ο παππούς-Μπότας συνοφρυώθηκε. Τα γνώριζε αυτά τα μποτάκια της κάτω σειράς, άκουγε το βράδυ που περιγελούσαν τα υπόλοιπα παπούτσια του τσαγκαράδικου, μόνο τον ίδιο δεν τολμούσαν να ενοχλήσουν.
-Άκου, Αρβυλάκι, αυτά τα μποτάκια εκεί κάτω το έχουν το κακό συνήθειο να κοροϊδεύουν όλα τα παπούτσια. Όμως, εσύ μην ανησυχείς, δεν θα τολμήσουν να σε κοροϊδέψουν ξανά. Και τώρα, σε  παρακαλώ, σταμάτα να κλαις, γιατί θα μουλιάσεις για τα καλά και θα ζαρώσει το δέρμα σου.
Το Αρβυλάκι χαμογέλασε. Ένιωθε ασφάλεια δίπλα στον παππού-Μπότα και μια πρωτόγνωρη θαλπωρή.
-Αλήθεια, κύριε, πώς ήρθαν εδώ τα μποτάκια αυτά; Ποιος τα έφερε;
-Πρώτον θα με φωνάζεις παππού-Μπότα, όπως τα εγγόνια μου και δεύτερον δεν τα έφερε κανείς, μόνοι τους ήρθαν πριν τρεις μέρες.
Ο παππούς-Μπότας αγκάλιασε το μικρό Αρβυλάκι, ή τουλάχιστον προσπάθησε να το αγκαλιάσει, προσεκτικά, με μια πολύ μικρή κίνηση, γιατί του είχε απαγορευτεί να κινείται.
-Μοιάζεις τόσο πολύ με τον δεύτερο εγγονό μου! Είναι και αυτός καταπράσινος και πανέμορφος, σαν εσένα! του είπε τρυφερά.
Το Αρβυλάκι πρώτη φορά άκουγε τόσο όμορφα λόγια, αλλά δεν του είπε πόσο συγκινήθηκε. Έκλεισε τα μάτια του να ξεκουραστεί. Ήταν αποκαμωμένο από το πολύ περπάτημα και το τρεχαλητό των τελευταίων ημερών. Κούρνιασε στην αγκαλιά του παππού-Μπότα και κοιμήθηκε αμέσως. Την επομένη τα μποτάκια τον είδαν και του φώναξαν.
-Σκουληκοπάπουτσο, τι έγινε; Πώς και από τα μέρη μας;
Ο Τσαγκάρης μόλις είχε μπει στο τσαγκαράδικο και άκουσε τα μποτάκια να γελάνε ειρωνικά. Δεν του άρεσε καθόλου η συμπεριφορά τους.
-Για ελάτε εδώ, τους είπε. Χρειάζεστε μια καλή επισκευή, από ό,τι βλέπω.
Τα Μποτάκια, το καφέ, το μαύρο και το κανελί, αντέδρασαν.
-Ωχ, όχι, εμείς δεν ήρθαμε για επισκευή εδώ, ήρθαμε…
-Όποιος μπαίνει στο τσαγκαράδικο γιατρεύεται, απάντησε ο τσαγκάρης.
-Μα εμείς κάναμε μια βόλτα στη γειτονιά και είπαμε να μπούμε και να γελάσουμε, είπε το κανελί Μποτάκι.
-Γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος και από ό,τι βλέπω εσείς είστε οι πρώτοι που γελάτε, απάντησε ο Τσαγκάρης και τα πήρε με μία κίνηση στον πάγκο εργασίας του.
Τα Μποτάκια κοίταξαν τα εργαλεία του και άρχισαν να τρέμουν.
-Να δείτε που βρήκαμε τον μπελά μας, ψέλλισε το μαύρο Μποτάκι.
Ο Τσαγκάρης τα έβαλε στο καλαπόδι και άρχισε τις χειρουργικές του εργασίες. Τα Μποτάκια βογκούσαν, τσίριζαν, φώναζαν. Στην αλήθεια δεν πονούσαν, και πάλι κορόιδευαν για να τους λυπηθούν τα υπόλοιπα παπούτσια. Όταν τέλειωσε και με τα τρία μποτάκια, τα άφησε προσεκτικά στο κάτω ράφι.
-Και τώρα ησυχία, δεν θα μιλήσετε ούτε θα γελάσετε για έναν μήνα, το καταλάβατε; Και μέχρι να περάσει ο καιρός, θα σκέφτεστε όσα έχετε κάνει στα υπόλοιπα παπούτσια που τόσον καιρό κοροϊδεύατε.
Τα Μποτάκια σώπασαν. Κοιτάχτηκαν μοναχά το ένα με το άλλο. Κατέβασαν τα μούτρα τους και άφησαν τον χρόνο να κυλάει. Το Αρβυλάκι με τον παππού-Μπότα αγκαλιάστηκαν.
-Δεν χρειάζεται να μου πεις τίποτα από όσα σου έκαναν αυτά τα μποτάκια. Είναι ανώφελο να αναβιώνεις τις άσχημες εμπειρίες σου. Άκου τι σκέφθηκα το βράδυ, που κοιμόσουν. Θα σε επισκευάσει ο Τσαγκάρης, θα αναρρώσεις πλάι μου και όταν έρθει η ώρα να φύγουμε από εδώ, θα πάμε να σου γνωρίσω τα εγγονάκια μου, συμφωνείς;
Το Αρβυλάκι έμεινε με ανοιχτή τη σόλα. Έγιναν τόσα πολλά σε μία μόνο νύχτα. Το προηγούμενο απόγευμα όπως έκλαιγε στο πεζοδρόμιο, άκουσε τη φωνή του παππού-Μπότα και σήμερα τα μποτάκια, που τον έκαναν δυστυχισμένο, είχαν φυλακιστεί στο τσαγκαράδικο και το ίδιο είχε βρει μια ζεστή αγκαλιά. Ένιωθε απέραντη ευτυχία!
-Παππού-Μπότα, σου είμαι αληθινά ευγνώμων, χωρίς εσένα ακόμη θα έκλαιγα.
Απέφυγε να απαντήσει, αν θα ακολουθούσε τον παππού-Μπότα, δεν ήθελε να του αποκαλύψει πως δεν είχε οικογένεια να τον περιμένει. Ίσως να του το έλεγε πιο μετά, προς το παρόν το μόνο που ήθελε ήταν να νιώσει ασφάλεια και θαλπωρή.
-Αλήθεια, θα πονέσω παππού-Μπότα, όταν έρθει η σειρά μου να με γιατρέψει ο Τσαγκάρης;
Ο παππούς-Μπότας γέλασε.
-Όχι, βέβαια, ο Τσαγκάρης είναι ο καλύτερος από όλους τους τσαγκάρηδες του κόσμου, θα σε γιατρέψει και θα γίνεις το πιο όμορφο αρβυλάκι!
Ο παππούς-Μπότας και το Αρβυλάκι αγκαλιάστηκαν ξάνα και προσεκτικά, μη χαλάσει η συγκόλληση της σόλας του παππού. Τα μποτάκια τους λοξοκοίταξαν. Τώρα πια δεν μπορούσαν να κοροϊδέψουν ούτε να περιγελάσουν. Η αλήθεια είναι πως ζήλεψαν την αγάπη του παππού-Μπότα για το Αρβυλάκι και θα ήθελαν και αυτοί να έχουν πλάι τους έναν παππού να τους λέει παραμύθια το βράδυ πριν αποκοιμηθούν.

Σάββατο 1 Απριλίου 2017

Η ιστορία μιας κάμπιας

Στο κεντρικό πάρκο, στο μεγάλο πεύκο κατοικούσε ένα στράτευμα από 1000 και μία κάμπιες. Τέσσερα άσπρα σακουλάκια φιλοξενούσαν από 250 κάμπιες, το πέμπτο είχε την 1001-κάμπια μόνη, εξορισμένη, λόγω χαμηλότερης νοημοσύνης, όπως την χαρακτήρισαν. Χαμηλή νοημοσύνη, έκριναν στο τεστ, γιατί άκουγε μόνο δύο προστάγματα και κανένα άλλο. Ο Στρατηγός ξεκουραζόταν στο πιο ψηλό κλαδί και μόλις είχε τελειώσει το γεύμα του.
-Συνταγματάρχη! Ε, Συνταγματάρχη, δώσε διαταγή στο στράτευμα, κατεβαίνουμε απόψε στο έδαφος, είπε ο στρατηγός.
-Απόψε; Γιατί απόψε; ρώτησε απορημένος ο Συνταγματάρχης.
-Τολμάς να ρωτάς τον Στρατηγό; Γιατί το λέει ο Στρατηγός. Γρήγορα, δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο, απόψε θα έχει ωραία βραδιά, είπε ο Στρατηγός και τεντώθηκε να ξεμουδιάσει.
-Μάλιστα Στρατηγέ, απάντησε ο Συνταγματάρχης και έτρεξε να οργανώσει το στράτευμα.
Οι κάμπιες παρατάχθηκαν στη γραμμή τους, αλαφιασμένες, μουδιασμένες, απορημένες, ενοχλημένες, βαριεστημένες και φανερά κατσούφες με την ξαφνική απόφαση του Στρατηγού. Είχαν μάθει όμως να είναι υπάκουες στις εντολές του.
-Προσοχή! Έδωσε την εντολή ο Συνταγματάρχης.
Τέντωσαν με μιας όλες οι κάμπιες το σώμα τους, τέντωσε το κορμί της η 1001-κάμπια.
-Ανάπαυσις! Έδωσε την επόμενη εντολή ο Συνταγματάρχης.
Καμπούριασαν το σώμα τους οι κάμπιες, καμπούριασε το σώμα της και η 1001-κάμπια.
-Απόψε θα κατεβούμε στο έδαφος, θα επιτεθούμε σε ανθρώπους και ζώα, ακούσατε; πρόσταξε αυταρχικά ο Συνταγματάρχης, έχοντας στο πλευρό του τον Λοχαγό και τον Λοχία.
-Για αυτό τον λόγο θα παραταχτείτε σε μία γραμμή και θα περπατάτε με ενωμένα το κεφάλι με την ουρά της μπροστινής. Καταλάβατε; Έδωσε την περιγραφή ο Λοχίας.
Οι κάμπιες κατάλαβαν, θα περπατούσαν η μία μετά την άλλη, ενωμένα κεφάλια με ουρά της μπροστινής. Η 1001-κάμπια δεν κατάλαβε. Αυτή εξάλλου άκουγε μόνο στην προσοχή και την ανάπαυση. Και συνέχιζε να τεντώνει και να κυρτώνει το σώμα της. Οι άλλες κάμπιες αδιαφορούσαν με τα καμώματά της, γνώριζαν την περιορισμένη σκέψη της και δεν έδιναν σημασία στην μικρή αντίληψή της.
-Εμπρός, μαρς! Ξεκινάμε!
Ο Συνταγματάρχης μπροστά, Λοχίας και Λοχαγός πιο πίσω και χίλιες και μία κάμπιες περπατούσαν στην κάθοδο για το έδαφος. Ο κορμός του μεγάλου πεύκου ήταν μεγάλος, είχε αυλακιές, που καμία κάμπια δεν είχε προσέξει μέχρι τώρα. Ο Στρατηγός παρέμεινε στο ψηλότερο κλαδί του πεύκου. Αγνάντευε τα πλατάνια και τα έλατα και λαχταρούσε να έρθει το βράδυ να ανάψουν τα φώτα στο πάρκο, να δει τις κάμπιες να φωσφορίζουν το έδαφος.
Η στρατιά συνέχιζε να κατεβαίνει, με τις κάμπιες να κυρτώνουν και να τεντώνουν το κορμί τους και τη 1001-κάμπια να επαναλαμβάνει στο μυαλό της τις δυο διαταγές, προσοχή, ανάπαυσις. Κάποια στιγμή ο Συνταγματάρχης φώναξε:
-Λευκή αυτοκόλλητη κορδέλα μπροστά μας! Περιμένουμε νέα διαταγή από Στρατηγό.
Και όλες μαζί οι κάμπιες κοκάλωσαν. Η 1001-κάμπια όμως δεν κατάλαβε το πρόσταγμα και συνέχιζε να περπατάει και να επαναλαμβάνει στο μυαλό της τις δυο διαταγές, προσοχή, ανάπαυσις, προσοχή, ανάπαυσις. Για να μη πέσει στις χίλιες μπροστινές της κάμπιες, έπεσε στο διπλανό λούκι του κορμού και συνέχιζε να καμπουρώνει και να ισιώνει το κορμί της. Προσπέρασε την 1000-κάμπια, την 999-κάμπια, την 998-κάμπια, μέχρι που έφτασε στην 1-κάμπια. Συνέχισε, προσοχή, ανάπαυσις και κοίταξε ψηλά. Είδε την άσπρη κορδέλα και συνέχισε να έρπει, καθώς τίποτα δεν  εμπόδιζε την πορεία της. Ο Συνταγματάρχης τη ρώτησε:
-Πού πας εσύ; Γιατί δεν είσαι στη σειρά σου;
Μα η 1001-κάμπια δεν αποκρίθηκε. Όλες οι κάμπιες την κοιτούσαν. Μα τι κάνει, η άμυαλη, η χαζούλα, αυτή που δεν καταλαβαίνει παρά δύο εντολές; έλεγαν η μια στην άλλη.
-Άμυαλη, εγώ; Απάντησε η 1001-κάμπια. Εγώ μπορεί να ακούω και να καταλαβαίνω μόνο δύο διαταγές, προσοχή και ανάπαυσις, αλλά όμως είμαι παρατηρητική. Καμιά σας δεν πρόσεξε πως το μεγάλο πεύκο έχει έναν κορμό γεμάτο λούκια και αν βρούμε ένα εμπόδιο στο δρόμο μας, όπως αυτή η άσπρη, γυαλιστερή κορδέλα, μπορούμε να αλλάξουμε πορεία και να ακολουθήσουμε ένα άλλο λούκι.
Οι κάμπιες από την 1 έως την 1000 την κοιτούσαν άναυδες. Αλήθεια, αυτό δεν το είχαν σκεφτεί. Η 1001-κάμπια δεν είπε τίποτα άλλο. Συνέχισε την πορεία της, προσπέρασε και τον Συνταγματάρχη, τον Λοχαγό και τον Λοχία. Όταν η 1001-κάμπια ακούμπησε στο έδαφος, οι υπόλοιπες κάμπιες περίμεναν ακόμη να ακούσουν την εντολή του Συβνταγματάρχη που θα έπαιρνε εντολή από τον Στρατηγό για να αλλάξουν λούκι. Και αυτός κοιτούσε ψηλά, τον Στρατηγό που αγνάντευε και δεν είχε χρόνο να σκεφτεί και να αποφασίσει. Περίμενε να δει τα φώτα να φωτίσουν τα πλατάνια και τους κέδρους, είχε χαθεί στις σκέψεις του και την αναμονή να δει το στράτευμα να επιτίθεται σε ζώα και ανθρώπους. Και ο Συνταγματάρχης είχε εντολή από τον Στρατηγό ποτέ να μην τον ενοχλεί αυτές τις στιγμές χαλάρωσης. Κι έτσι οι χίλιες κάμπιες, ο συνταγματάρχης κι ο λοχίας έμειναν ακίνητοι να περιμένουν το πρόσταγμα του αφηρημένου Στρατηγού κι η 1001 κάμπια απολάμβανε την έξοδό της στο έδαφος.