Πέμπτη 16 Μαρτίου 2017

Τα τούνελ



Ήταν όμορφα τότε που έτρεχα στους σιταγρούς και κρυβόμουν στα πράσινα στάχυα. Τότε, που, ελεύθερος, αφηνόμουν στον χρόνο και κούρνιαζα μέσα στο κρησφύγετό μου, την κρυψώνα μου. Το πράσινο σκουλήκι με περίμενε κάθε φορά στο ίδιο στάχυ, να του μιλήσω, να το χαϊδέψω, να του πω τα μυστικά μου. Μασουλούσε το φυλλαράκι που του πρόσφερα, λίγο μαρούλι από τον κήπο της γιαγιάς, και παρακολουθούσε με τεντωμένες τις κεραίες του, σαν να μην ήθελε να χάσει τις λεπτομέρειες της αφήγησης. Όταν έφευγα, του έδινα την υπόσχεση ότι θα το επισκεπτόμουν ξανά, την επόμενη Κυριακή. «Θα δεις, ο χρόνος θα κυλήσει γρήγορα και θα ξανάρθω να σε βρω!» του ’λεγα και του ξανά ’λεγα κάθε φορά που το αποχαιρετούσα και έπειτα πάγωνε για μένα ο χρόνος, όταν επέστρεφα στο σπίτι μου.

Το τοπίο έκλεβε τη ματιά του και τον οδηγούσε σε αναμνήσεις που πεισματικά αρνιόταν, χρόνια τώρα, να φέρει στο μυαλό του. Το τρένο έτρεχε πάνω στις ράγες βιαστικό, στον δικό του αγώνα να φτάσει στον προορισμό του χωρίς καθυστερήσεις. Οι επιβάτες έψαχναν εναγωνίως τη θέση τους να τακτοποιηθούν και έπειτα μετρούσαν αντίστροφα τον χρόνο, μέχρι τη στάση όπου θα κατέβαιναν, το ίδιο αγχωμένοι, με τις τσάντες σφιχτά κρατημένες. Ένα σφύριγμα συνθηματικό ακούστηκε από τη μηχανή του τρένου και οι ηλιαχτίδες υπακούοντας την προσταγή, εξαφανίστηκαν μεμιάς.

Πρώτο τούνελ. Το τζάμι αντανακλούσε σαν καθρέφτης το είδωλό του. Το βλέμμα, στραμμένο προς το παράθυρο, ήρθε αντιμέτωπο με το πρόσωπό του. Προσπάθησε να κοιτάξει πέρα από το τζάμι και να δει πίσω από αυτό, όπως πριν που απολάμβανε το γνώριμο τοπίο. Ήταν αδύνατον. Δεν του επιτρεπόταν τίποτε πέρα από την αντανάκλαση του ειδώλου του. Η ματιά του πάλευε μάταια να διαπεράσει το τζάμι, να δει πιο πίσω, τον μαύρο τοίχο της στενής σήραγγας. Ένιωσε τα χέρια του να παγώνουν και τον χρόνο να έχει σταματήσει, αρνούμενο πεισματικά να συνεχίσει το αέναο ταξίδι του. Αναζητούσε απεγνωσμένα το προηγούμενο, οικείο τοπίο. Ήθελε να συνομιλήσει με το σκουλήκι του. Ένα συνθηματικό σφύριγμα ξανά και οι ηλιαχτίδες κατέκλυσαν και πάλι το βαγόνι.

Τα στάχυα. Αυτά μονάχα θέλω να βλέπω. Ομοιότητα στην μορφή, στην ανάπτυξη, στους στόχους. Ως και οι έγνοιες τους είναι ίδιες: να βρέξει για να ξεδιψάσουν, να ψηλώσουν, να γεμίσουν οι κόκκοι τους. Δεν έχουν τίποτε να σκεφτούν, τίποτε να τους βασανίζει. Ούτε τα σκουλήκια τούς φοβίζουν. Δεν αποκαρδιώνονται, όταν αυτά πεινασμένα ορμάνε στα φύλλα τους να τα γεμίσουν τρύπες ασύμμετρες. Ούτε που νιώθουν ορφανά. Δεν έχουν γονείς να τα φροντίζουν ούτε αδέλφια. Όλα αγνώστου πατρός, μεγαλώνουν με τη φροντίδα του γεωργού και την αγάπη του Θεού. Παρέα με τα σκουλήκια, τον άνεμο, τη βροχή.

 Δεύτερο τούνελ. Οι ηλιαχτίδες αποσύρθηκαν και πάλι στην προσταγή του σφυρίγματος. Προσπάθησε ν’ απομακρύνει το βλέμμα του από το παράθυρο για ν’ αποφύγει το είδωλό του, αλλά τ’ αντανακλαστικά του τον πρόδωσαν. Σαν μαγνήτης το τζάμι τράβηξε τη ματιά του. Αναζητούσε απεγνωσμένα λίγο φυσικό φως. Ασφυκτιούσε. Έτρεμε. Ένιωθε να φτάνει στα όριά του, ένιωθε το είδωλο του προσώπου να μεταμορφώνεται σε δύο μορφές που τον κυρίευαν και δεν του αφήναν οξυγόνο ν’ ανασάνει. Αναγνώρισε τα μάτια του πατέρα του. Μεγάλα, εκφραστικά, αυστηρά. Κοίταξε πιο χαμηλά και αναγνώρισε τα χείλη της μητέρας του. Σφιχτά, ερμητικά κλειστά. Μάτια και χείλη. Μάτια πατρικά που ποτέ δεν τον κοίταξαν τρυφερά, χείλη που ποτέ δεν τον χόρτασαν μητρική αγάπη. Το βλέμμα του προτίμησε να εστιάσει στα χείλη. Η θύμηση της μάνας του απάλυνε την καρδιά του. Η τρυφεράδα που είχε μέσα της εκφραζόταν μοναχά με ένα φιλί που του ’δινε, πριν ξεκινήσει για το σχολείο. Αυτό όμως δεν του αρκούσε. Ήθελε κι άλλα, ήθελε πολλά. Το περισσότερο χάδι ήταν απαγορευμένο από τον πατέρα του. «Είναι παιδί» έλεγε και ξανάλεγε «όχι κορίτσι». Τα χείλη στο τζάμι μειδίασαν και του ’παν λόγια αγάπης, χρόνια ναυαγισμένα στον βαθύ ωκεανό που τους χώριζε. Ευφράνθηκε η ψυχή του κι αυθόρμητα της χαμογέλασε. Ξανοίχτηκε για πρώτη φορά η ψυχή της, του χαμογέλασε κι εκείνη. Πρόλαβε να φυλάξει στον κόρφο του το χαμόγελό της, λίγο πριν το έντονο φως του ήλιου την διώξει από μπροστά του.

«Αν είχαν τα στάχυα γονείς, θα ήταν διαφορετική η ζωή τους; Θα τους έκαναν ποτέ οι γονείς τους να κλάψουν; Θα τους τραβούσαν τα φύλλα να πονέσουν;» Το πράσινο σκουλήκι ποτέ δεν μου αποκρίθηκε. Όσο και αν επέμενα να του πάρω μιαν απάντηση, αυτό μονάχα μασουλούσε. Και τότε, ίσως για να το βοηθήσω να καταλάβει, του έδειξα τους μώλωπες στην πλάτη μου. Τρόμαξε. Έμεινε αποσβολωμένο, με το μαρούλι στο στόμα, το μαλακό του σώμα, όλο και όλο ένας κύκλος, να με κοιτάζει. Σίγουρα θα είχε στενοχωρηθεί, γι’ αυτό αποφάσισα να μην του ξαναδείξω τα σημάδια μου. Βέβαια την άλλη Κυριακή που το επισκέφθηκα και το δεξί μου μάτι είχε μια μεγάλη μελανιά, δεν μπορούσα να του κρυφτώ. Εκείνη την Κυριακή δεν έφαγε καθόλου μαρούλι.

Τρίτο τούνελ. Σκοτάδι ξανά. Αναζήτησε τη μητέρα του, τα χαμογελαστά χείλη και τα ζεστά της λόγια. Όμως οι ηλιαχτίδες διέρρηξαν τον κόρφο του, άρπαξαν το μητρικό χαμόγελο που δεν πρόλαβε να γευθεί και δραπέτευσαν από τα παράθυρα. Κοίταξε τα χείλη της και τα ’δε πάλι σφραγισμένα. Ανησύχησε. Και τότε άκουσε έναν ψίθυρο να του λέει «φύγε». Πρόσεξε τα χείλη και τα είδε να κινούνται: «φύγε, φύγε, φύγε». Του το ’χε πει το τελευταίο βράδυ, με μάτια μελανά και πρόσωπο κλαμένο. «Φύγε να σωθείς» του ψιθύρισε και βγήκε από την κάμαρά του. Ακολούθησε ο πατέρας του. Τράβηξε τη ματιά του πάνω του. Τράβηξε και το λουρί από το παντελόνι. Και για να υπομείνει τον πόνο, φώναζε μέσα του «φύγε να σωθείς». Το φώναζε για τη μάνα του που ’θελε να τη σώσει από τον βασανιστή της, όμως αυτή δεν τον άκουσε ποτέ της. Ακόμη και αν τον άκουγε όμως, δεν θα ’φευγε. Κι αυτός το ’ξερε. Αποδέχθηκε μέσα του τη μητρική προτροπή από ’κείνη κιόλας τη βραδιά. Θα ’φευγε για πάντα. Χωρίς επιστροφή. Κλείδωσε την εικόνα της μέσα του για να την προστατέψει από την απότομη εισβολή του φωτός.

«Θα φύγω, το καταλαβαίνεις; Θέλεις να έρθεις μαζί μου; Να, κοίτα, θα σε βάλω σ’ αυτό το σπιρτόκουτο και θα πάμε στην Αυστραλία. Όχι, στην Αμερική δεν πάμε. Στην Αυστραλία είναι πιο μακριά, το ταξίδι είναι πιο μεγάλο, δεν θα μας βρούνε ποτέ. Είναι όμορφα εκεί, θα δεις. Θα έχει και εξωτικά σκουλήκια να κάνεις παρέα! Έλα, πες μου το ναι!» Ποτέ δεν μου το είπε και ποτέ δεν ξανάφαγε μαρούλι. Από ’κείνη την Κυριακή που με είδε με πρησμένο μάτι κι έπειτα, με τα δυσάρεστα νέα της αναχώρησής μου, στενοχωρήθηκε, μέχρι που του κόπηκε η όρεξη για πάντα. Έτσι θεωρούσα τουλάχιστον. Ήθελα κάποιος να υποφέρει για μένα. Το πήρα στη χούφτα μου. Το σήκωσα ψηλά να δει τον κόσμο, τα βουνά απέναντι, το τρένο, που γέμιζε καπνούς τον αέρα κι ύστερα σφύριζε και χανόταν μέσα στο τούνελ. Αυτό όμως δεν ήθελε να κοιτάξει. Ήθελε να μείνει στη γη, στο χώμα. Δεν ήθελε να αλλάξει τη ζωή του όπως εγώ. «Δεν μπορώ να σε περιμένω, θα φύγω. Εσύ είσαι ένα σκουλήκι της γης, εγώ δεν ξέρω τί είμαι. Θέλω να δω τί κρύβεται πίσω από το τούνελ, ποιος κόσμος ξεπροβάλλει πίσω από αυτό. Θα μου λείψεις».

Τέταρτο τούνελ. Είχε μόλις επιστρέψει από το σχολείο και στο άνοιγμα της πόρτας πόνεσε αντικρίζοντας, γι’ άλλη μια φορά, τα σφιγμένα της χείλη, τα μελανά της μάτια, την ωχρή της όψη. Προφασίστηκε ότι ξέχασε την πλάκα της ορθογραφίας στο σχολείο. Ο χρόνος σταμάτησε. Πριν λίγες μέρες τον παρότρυνε να φύγει, κι όμως, δεν περίμενε πως ο «διωγμός» που σιγοψιθύρισε στο παιδί της θα λάβαινε χώρα τόσο σύντομα. Δεν αντάλλαξαν κουβέντα. Ο πατέρας του απουσίαζε. Έκλεισε την πόρτα και έφυγε τρέχοντας, φορώντας, τη μία πάνω στην άλλη, δύο αλλαξιές ρούχα, κρατώντας στο χέρι ένα κομμάτι ψωμί και λίγο τυρί. Έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, έχοντας τον χρόνο αντίπαλό του, σε έναν αγώνα δρόμου το οποίον έπρεπε να κερδίσει ώστε να βρεθεί πιο μπροστά από τα γεγονότα που θ’ ακολουθούσαν. Η κουρτίνα της κουζίνας κουνήθηκε για δευτερόλεπτα και πήρε την ανάσα και τα δάκρυα της μητέρας του. Στη στροφή γύρισε και είδε τη φιγούρα της, που απέμεινε να τον κοιτάζει να χάνεται στο δρόμο και η εικόνα του να μικραίνει συνεχώς. Έτρεχε και τα λόγια της μητέρας του, που βγήκαν με όλη την αγάπη που του είχε, τον ακολουθούσαν στο μακρινό ταξίδι του: «η Παναγιά μαζί σου». Οι εξόριστες ηλιαχτίδες, μετανιωμένες για την προηγούμενη αρπαγή, επανήλθαν ως προστάτιδες δυνάμεις πλημμυρίζοντας το βαγόνι φως. Χαλάρωσε.

Πέρασα μια τελευταία φορά από τα στάχυα. Δε θα ’φευγα χωρίς να αποχαιρετήσω το σκουλήκι μου. Το ’ψαξα παντού, αλλά δεν το βρήκα πουθενά. Αναρωτιόμουν πού θα μπορούσε να ’χε πάει. Ήταν Τετάρτη και μάλλον δε θα με περίμενε. Μια παράξενη μυρωδιά φαρμάκου απλώθηκε στον αέρα, φέρνοντάς μου αδιαθεσία στο στομάχι. Άφησα καταγής ένα μαρουλάκι που είχα στην τσέπη μου. Ήταν μαραμένο, αλλά ήμουν σίγουρος ότι θα ευχαριστιόταν αν το έβλεπε. Του άφησα και το ψωμί με το τυρί. Δεν είχα άλλο χρόνο. Ένιωθα τον πόνο από το βαρύ χέρι του πατέρα μου όπως θα χειροδικούσε πάνω μου αν μ’ έβρισκε ξαπλωμένο στα στάχυα. Έφυγα τρέχοντας, χωρίς να κοιτάζω προς τα κάτω, χωρίς να κοιτάζω προς τα πίσω. Δεν μ’ ένοιαζε αν πατούσα τα στάχυα, τ’ αγριόχορτα, τ’ άλλα σκουλήκια. Δεν ήθελα να κοιτάξω ξανά το χωριό. Έτρεχα κι έβλεπα το τρένο που σφύριζε, δηλώνοντας την άμεση αναχώρηση από τον σταθμό. Οι ατσαλένιες ρόδες του τρένου είχαν αρχίσει να διαγράφουν τους πρώτους κύκλους. Ο χρόνος στάθηκε πάλι αντίπαλός μου. Έπρεπε να κυλήσει αργά για να προλάβω να ανέβω, ως λαθρεπιβάτης, στο μέσο που θα μ’ έπαιρνε μακριά από τους δικούς μου. Πήδηξα μ’ όση δύναμη μου ’χε απομείνει και γραπώθηκα από την πόρτα.

Πέμπτο τούνελ. Οι ηλιαχτίδες εξοστρακίστηκαν και πάλι. Το σφύριγμα αυτή τη φορά ήταν μακρύ, προμηνύοντας το μεγάλο μήκος της σκοτεινής σήραγγας. Κοίταξε πιο πάνω, τα μάτια του πατέρα του. Πρώτη φορά τολμούσε να σταθεί απέναντί τους. Πρώτη φορά που έστεκε μπροστά τους χωρίς να τα φοβάται. Εκείνο το μητρικό χαμόγελο στο τζάμι τα είχε κάνει όλα, του ’δωσε δύναμη. Σαν τον άντρα προστάτη των αδικημένων, ύψωσε το κορμί του. Αναρωτιόταν, αν τότε που ήταν μικρός ενθαρρυνόταν από ένα χαμόγελο της μητέρας του και ανόρθωνε το ανάστημά του, θα ’ταν άραγε τώρα διαφορετική η ζωή του; Ίσως, αν μεγάλωνε λίγο ακόμη, αν το μπόι του έφτανε αυτό του πατέρα του, ν’ άλλαζαν τα πράγματα στο σπίτι. Το πατρικό βλέμμα γλύκανε, λες και αφουγκράστηκε τις σκέψεις του παιδιού που άσπλαχνα χτυπούσε. Γραμμές ακτινωτές πλαισίωσαν τα μάτια του. Φωτίστηκε το πρόσωπο από χαρά και ζήτησε να του πει το πώς και το γιατί της ξαφνικής φυγής του. 

Κρυμμένος στο τελευταίο βαγόνι, με το πρόσωπο κολλημένο στη χαραμάδα που άφηνε η πόρτα, προσπαθούσε να δει τον έξω κόσμο, αυτόν που άφηνε πίσω του και αυτόν που τον περίμενε. Τα τούνελ διαδέχονταν το ένα τ’ άλλο. Το φως με το σκοτάδι εναλλάσσονταν και αυτός μετρούσε υπομονετικά τις εναλλαγές. Όμως το σκουλήκι που δεν αποχαιρέτησε, η μάνα του που δεν τον φίλησε, ο πατέρας του που θα γυρνούσε το βράδυ και θα μάθαινε για την εξαφάνισή του, εικόνες και σκέψεις ανάκατες, δεν τον επέτρεψαν να συγκεντρωθεί στο μέτρημα. Οι στάσεις του τρένου ήταν πολλές όπως και η αγωνία μην τον ανακαλύψουν και ανατρέψουν το σχέδιο της Αυστραλίας. Μέχρι τότε ο κόσμος του όλος ήταν το ’να βουνό ίσαμε τ’ άλλο. Τώρα, ξεπρόβαλλε στα μάτια του ένας κόσμος με πολλά βουνά, λαγκαδιές, κοιλάδες, ποτάμια ορμητικά και στο τέλος μια απέραντη πεδιάδα. Στην τελευταία στάση το ξεφύσημα το τρένου και ο ήχος των φρένων, του ’δωσαν να καταλάβει πως είχε φτάσει στην Αθήνα. Από ’κει και πέρα θ’ άφηνε το ένστικτο να τον οδηγήσει. Το ταξίδι με το πλοίο του φάνηκε πιο μικρό από όσο αυτό με το τρένο. Κατέστρωνε σχέδια ζωής, ανακουφισμένος πως ήταν αρκετά μακριά από τους δικούς του και βέβαιος πως κανένας δεν θα τον αναζητούσε, όπως το είχε διαβεβαιώσει στο πράσινο σκουλήκι του.

Μικρός γυρνούσε το κεφάλι του μόνο στα τρένα που έφευγαν και έμπαιναν μέσα στο τούνελ. Τ’ άλλα, αυτά που έβγαιναν από τη σήραγγα και κατευθύνονταν έξω από το χωριό του, για να το προσπεράσουν και να συνεχίσουν προς το βορρά, δεν τα ’δινε σημασία. Η περιέργειά του ήταν τι κρύβεται πίσω από το τούνελ. Ποιος κόσμος ξεπροβάλλει, αν είναι άδικος ή δίκαιος, όμορφος ή σκληρός. Έκανε όνειρα, με την παιδική του φαντασία, πως όλα θα ήταν εύκολα, πως θα τον αγκάλιαζαν οι άνθρωποι και θα του ’διναν όσα δεν του ’δωσε κανείς ως τότε. Δεν άργησε όμως να συνειδητοποιήσει πως ένα τούνελ δεν είναι δυνατόν να χωρίζει δύο κόσμους τόσο διαφορετικούς. Χρειάζεται να ταξιδέψεις πολύ, ίσως στην άκρη του κόσμου για να βρεις δικαιοσύνη και αγάπη.

Το τρένο σφύριξε και η επόμενη στάση ανακοινώθηκε. Ήταν η δική του στάση. «Θα σου τα πω από κοντά» του είπε και έκανε να σηκωθεί. Λίγα δευτερόλεπτα του απέμεναν και το τρένο θα έβγαινε από το δικό του τούνελ, αυτό που νόμιζε πως ήταν το μοναδικό στον κόσμο. Συμφιλιωμένος με τον εαυτό του, κοίταξε το τζάμι. Τα δάκρυα έτρεχαν στο πρόσωπό του. Έκλαιγαν τα μάτια του πατέρα του, κυλούσαν και ύγραιναν τα ξεραμένα χείλη της μητέρας του. Άγγιξε το παράθυρο. Παγωμένο, νότισε μεμιάς από τη θέρμη του ιδρωμένου χεριού του. Με την άκρη του μανικιού, σκούπισε το θολωμένο τζάμι, τα δάκρυα των γονιών του. Συγχώρεσε τον πόνο από το λουρί στην πλάτη, τ’ ανείπωτα λόγια της μητέρας του. Γλύκανε για πρώτη φορά το μέσα του και σηκώθηκε.

Το τρένο πλημμύρισε φως, όπως και η ψυχή του. Αδημονούσε να κατεβεί. Να προλάβει πριν οι ατσαλένιες ρόδες διαγράψουν ξανά τους πρώτους κύκλους της αναχώρησης, ν’ αφήσει το πόμολο της πόρτας και να πηδήξει έξω από το τρένο. Να γυρίσει και να το δει να χάνεται προς το βορά, πίσω από το απέναντι βουνό, εκεί όπου δεν γύρισε ποτέ του να κοιτάξει. Τα τούνελ ήταν πίσω του, το ίδιο και η ζωή του.
Περπάτησε στον ασφαλτοστρωμένο δρόμο που οδηγούσε στο χωριό. Οι διαστάσεις, μετά από τόσα χρόνια, είχαν αλλάξει. Το κτίριο του σταθμού ήταν μικρό, τα σοκάκια στενά, τα σπίτια χαμηλά. Ήταν άνοιξη και τα στάχυα είχαν ψηλώσει αρκετά. Προτίμησε πριν πάει στο πατρικό του να ψάξει το σκουλήκι του. Άφησε τη βαλίτσα στην άκρη του δρόμου και έτρεξε στον γειτονικό αγρό. Για μια στιγμή του φάνηκε πως τα στάρια χόρευαν από τη χαρά τους με την επιστροφή του. Ξάπλωσε, απαλλαγμένος από τον φόβο μην τον βρει ο πατέρας του. Αγνάντευε τον ουρανό, που φρόντισε εκείνη την ημέρα τίποτε να μη σκιάζει τον αγαπημένο του ήλιο. Γύρισε στο πλάι και το βλέμμα του ξεχώρισε ένα στάχυ. Στην κορυφή του, σαν τον πειρατή που κοιτάζει από το πιο ψηλό κατάρτι τη θάλασσα, ένα πράσινο σκουλήκι, κουλουριασμένο για να μην πέσει, αφηνόταν στο λίκνισμα και έστρεφε το κεφαλάκι του δεξιά και αριστερά. Το άφησε εκεί, να παρατηρεί τον κόσμο και να ονειρεύεται καταπράσινα πελάγη σιταγρών. Ένιωσε έτοιμος να βγει από την κρυψώνα του, το κρησφύγετο του. Σηκώθηκε. Περπατώντας προσεκτικά μην τσακίσει τα λεπτόκορμα σιτάρια, μη στερήσει πολύτιμη ζωή σε κάποιο ταπεινό πλάσμα της φύσης, έφτασε στην άκρη του δρόμου. Πήρε την μοναδική του αποσκευή και αφέθηκε στον γρήγορο ρυθμό των βημάτων του. Το πατρικό του βρισκόταν στην επόμενη στροφή.

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2017

Οικογένεια Μπότα




Η οικογένεια Μπότα κατοικούσε σε μια διώροφη παπουτσοθήκη. Ο μπαμπάς Μπότας και η μαμά Μποτίνα ξεκουράζονταν στον δεύτερο όροφο μαζί με τον πρωτότοκο, τον Μποτούλη, το χαϊδεμένο παιδί του μπαμπά και της μαμάς, το καλό μποτάκι που μιλούσε ευγενικά, που έτρωγε όλο του το φαγητό, και παραπάνω κάποιες φορές, η μπότα που όλοι οι γονείς μπότες θα ήθελαν να αποκτήσουν στη ζωή τους. Η μαμά του τον περιποιούνταν με κάμελ διάφανο, τον καθάριζε και έτσι ο Μποτούλης πάντα λαμποκοπούσε. Όταν μάλιστα έβγαιναν βόλτα, όλα τα παπούτσια της γειτονιάς τον θαύμαζαν και του χαμογελούσαν. Ο Μποτούλης μεγάλωσε, λοιπόν, με χάδια και αγάπη. Όσο όμως ο καιρός περνούσε άρχισε να βαριέται και ήθελε αδελφάκι, όπως όλα τα πρωτότοκα παπούτσια άλλωστε.
-Μαμά, πότε θα μου κάνετε ένα αδελφάκι να παίζω και να περπατάω παρέα; Επαναλάμβανε συνεχώς.
Ο μπαμπάς Μπότας άλλο που δεν ήθελε, η μαμά Μποτίνα συμφώνησε και αυτή και ο μικρός του αδελφός γεννήθηκε μια ωραία μέρα που ο ήλιος έλαμπε και έβρεχε πράσινη βροχή.
-Ήλιος με πράσινη βροχή, γεννιούνται οι αρβύλες αυτή την εποχή, είπε ο μπαμπάς Μπότας την ημέρα της γέννησης του δεύτερου παπουτσιού του. Γέλασε η μαμά Μποτίνα, το άκουσε το νεογέννητο μποτάκι και του καρφώθηκε στο μυαλό του.
Από τότε, κάθε φορά πριν κοιμηθεί, εκείνες τις στιγμές που συγκέντρωνε τη σκέψη του και αράδιαζε τους προβληματισμούς στο μυαλό του, αναρωτιόταν για ποιο λόγο είπε τέτοια κουβέντα την ώρα της γέννησής του ο μπαμπάς του, γιατί χασκογέλασε η μαμά του και γιατί ο αδελφός του τον κορόιδευε πως μοιάζει με παπούτσι βατράχου. Η μεγαλύτερή του απορία ήταν γιατί τον ονόμασε ο μπαμπάς του αυθόρμητα Αρβύλα και δεν τον αποκάλεσε Μποτάκη, όπως θα έπρεπε ως δευτερότοκο παπούτσι. Και το όνομα Αρβύλας τελικά του έμεινε για πάντα, καθώς έμοιαζε με στρατιωτική αρβύλα, μιας που ήταν πράσινος με λίγα μαύρα στίγματα, έτσι είπε ο μπαμπάς τους, και όταν μιλούσε ο μπαμπάς κανένας δεν έπρεπε να διαφωνεί.
-Μήπως δεν είμαι δικό τους παπούτσι; Μήπως δεν ανήκω σε αυτή την οικογένεια, αφού δεν έχω άσπρο χρώμα, αφού είμαι όλος πράσινος; Ίσως και να με βρήκαν σε κάποια παλιά παπουτσοθήκη ορφανό και να σκηνοθέτησαν τη γέννησή μου…άρα δεν είναι οι φυσικοί μου γονείς…
Αυτά σκεφτόταν ένα βράδυ ο μικρός Αρβύλας. Δεν άντεξε άλλο να είναι τόσο διαφορετικός από τη μαμά, τον μπαμπά και τον αδελφό του, που τον κορόιδευε πως καλύτερα θα ταίριαζε σε πόδι βατράχου. Θα έφευγε λοιπόν κάποια μέρα, ίσως όχι την επομένη, ίσως όταν θα μεγάλωνε λίγο ακόμη. Θα έφευγε μακριά. Έτσι η ζωή του έγινε στενάχωρη, με σκέψεις και αγωνίες, με σχέδια δραπέτευσης από την παπουτσοθήκη, με ειρωνείες και κοροϊδίες του Μποτούλη, ο οποίος μάλιστα μόνο πίσω από την πλάτη των γονιών του τον πλήγωνε, μπροστά τους ήταν το καλό παιδί. Ο Αρβύλας δεν μπορούσε να βρει το δίκιο του, δεν είχε μάρτυρες, ούτε και αποδείξεις.  
Μια μέρα άκουσε τη μητέρα του να λέει στον Μποτούλη, όπως γυάλιζε το δέρμα του με το διάφανο κάμελ:
-Μποτούλη, σε λίγες μέρες θα έρθει στη ζωή το δεύτερο αδελφάκι σου, ελπίζω εσύ και ο Αρβύλας να χαρείτε με το ευχάριστο αυτό γεγονός!
-Φυσικά, μαμάκα μου καλή, και βέβαια θα χαρούμε και μάλιστα θα ήθελα να είναι κοριτσάκι, να έχει όμορφα κορδόνια και να ακούγονται τα τακουνάκια της, όταν θα περπατάει.
Γέλασε η μαμά του και του ’κλεισε το μάτι, σαν να του ’λεγε, πως ναι κοριτσάκι θα είναι η αδελφή του. Ο Αρβύλας κρυφάκουσε τη συζήτηση και κατσούφιασε. «Βέβαια, τόσο που αγάπησε εμένα, τώρα θέλει και αδελφή, για να την τυραννάει και να της τραβάει τα κορδόνια. Μεγάλος μπελάς με βρήκε! Άσε που ο μπαμπάς και η μαμά θα αγαπάνε τώρα τη μικρή αδελφή και τον Μποτούλη, και εγώ έχασα και την τελευταία ευκαιρία να με αγαπήσουν, γιατί ποτέ δεν με αγάπησαν», σκέφτηκε ο Αρβύλας και κλείστηκε στον εαυτό του. Από εκείνη τη μέρα κατέβηκε στο ισόγειο και εγκαταστάθηκε εκεί.
-Καλύτερα μόνος, δεν θέλω κανέναν, είπε στον μπαμπά του το άλλο πρωί, όταν τον παρακάλεσε να ανέβει να μοιραστεί τον πρώτο όροφο με τον Μποτούλη.
-Αποκλείεται, μου μυρίζει το κάμελ το διάφανο και ζαλίζομαι, θέλω την ησυχία μου σας είπα, τους τόνισε και το θέμα έληξε.
Ο Αρβύλας πλέον καθόταν μοναχός του στο ισόγειο. Εξάλλου από εκεί κάτω ήταν πιο εύκολο να δραπετεύσει. Οι γονείς του δεν ασχολήθηκαν άλλο με το γεγονός, άλλωστε περιμένανε το τρίτο τους παπουτσάκι. Ο Μποτούλης χάρηκε που του άδειασε τη γωνιά και έμεινε μόνος στον όροφό του. Τα βράδια χτυπούσε με τη σόλα του το πάτωμα για να ενοχλήσει τον Αρβύλα.
-Κουάξ, κουάξ, έλεγε κοροϊδευτικά και γελούσε.
Οι γονείς τους δεν άκουγαν τίποτα από όλα αυτά, καθώς στον τελευταίο όροφο δεν έφταναν οι ομιλίες τους. Σύντομα ήρθε και το τρίτο παπουτσάκι στη ζωή. Ήταν να φύγει κρυφά εκείνη την ημέρα ο Αρβύλας, αλλά ανέβαλλε την φυγή του από περιέργεια να δει το μικρό του αδελφάκι. Και ναι, ήταν κοριτσάκι, ένα πανέμορφο μποτάκι, με ασπρο-πράσινο δέρμα και άσπρα κορδόνια.
-Φτυστή ο Μποτούλης είναι, μόνο εγώ είμαι όλος πράσινος, συλλογίστηκε και έμεινε να θαυμάζει τη μικρή του αδελφή.
-Μποτούλα θα την πούμε, συμφωνείς, Μποτούλη; Είπε ο μπαμπάς Μπότας και έριξε μια λοξή ματιά στον Αρβύλα, που τους κοιτούσε από μακριά.
-Εσύ, Αρβύλα, δεν θα πλησιάσεις την μικρή σου αδελφή να την φιλήσεις;
Ο Αρβύλας κοίταξε τον Μποτούλη, δίστασε να πλησιάσει την αδελφή του, φοβήθηκε μήπως με το φιλί του την πρασινίσει και έτσι έμεινε να τους κοιτάζει από μακριά, με μάτια υγρά, έτοιμα να χυθούν ποτάμι τα δάκρυα. Κατέβηκε στο ισόγειο και άφησε τα δάκρυα να κυλήσουν στο πράσινο σώμα του. Πλημμύρισε το πάτωμα της παπουτσοθήκης, ξεχύλησαν  σαν ορμητικό ποτάκι και ο Αρβύλας έκλαιγε πικραμένος, γιατί δεν κατάφερε να εκδηλώσει τη χαρά του, δεν αγκάλιασε τη νεογέννητη αδελφή του. Την επομένη που ξύπνησε ανέβηκε να τη δει, την μεθεπομένη ξανανέβηκε, το ίδιο και την επόμενη ημέρα. Αλλά κάθε φορά η ίδια εικόνα, η μαμά του κρατούσε την Μποτούλα αγκαλιά, ο Μποτούλης κοντά της να χαϊδεύει τα κορδόνια της και ο μπαμπάς τους αναπαυόταν ευχαριστημένος και ήρεμος, σίγουρος πως όλα τα μέλη της οικογένειάς του ήταν ευτυχισμένα. Ο Αρβύλας όμως δεν ήταν και ποτέ δεν θα ήταν ευτυχισμένος μαζί τους. Το αποφάσισε. Θα έφευγε, δεν τον είχαν ανάγκη πια. Είναι το μεσαίο παιδί της οικογένειας, ένα παράξενο, καταπράσινο παπούτσι που δεν μοιάζει, ούτε τη μαμά ούτε τον μπαμπά. Καιρός να τους αδειάζει τη γωνιά, λοιπόν.
Μόλις χάραξε, ο Αρβύλας άνοιξε την πόρτα της παπουτσοθήκης, προσεκτικά και αθόρυβα, και βγήκε έξω πρώτη φορά μόνος χωρίς τους γονείς του και τον αδελφό του. Στην αρχή φοβήθηκε αρκετά, δεν ήξερε κατά πού να πάει. Άκουγε μέσα του το κοροϊδευτικό γέλιο του αδελφού του και σκέφτηκε πως, ναι, θα μπορούσε να πάει στο έλος, εκεί μακριά από την παπουτσούπολη, στο έλος των βατράχων. Περπάτησε ώρα πολλή μέχρι να φτάσει στην άκρη της πόλης. Γύρισε πίσω του και κοίταξε τις παπουτσοθήκες. Δεν δάκρυσε αυτή τη φορά, ένιωθε πως είχαν στερέψει τα δάκρυα και πως μέσα του είχε δυναμώσει. Συνέχισε να περπατάει μόνος, μέχρι που έφτασε στο έλος των βατράχων. Άκουσε τα αληθινά κουάξ, κουάξ και ένιωσε πως αυτοί οι ήχοι δεν ήταν κοροϊδευτικοί, αλλά ήταν αγνοί ήχοι της φύσης.
Και τότε, όταν πλησίασε αρκετά, είδε έναν βάτραχο που καθόταν στα ρηχά και προσπαθούσε να φάει μία μύγα που πετούσε κοντά του. Τον παρατήρησε. Είδε το πλατύ κεφάλι του, τα μεγάλα, γουρλωτά του μάτια, τη μεγάλη του γλώσσα, τα δυο του μακριά και λεπτά πόδια, το καταπράσινο σώμα του. «Αυτά τα πόδια εννοούσε ο Μποτούλης πως είμαι γεννημένος για να με φορέσουν;» αναρωτήθηκε. Γέλασε ο Αρβύλας με την ψυχή του. Γέλασε γιατί ο αδελφός του τον κορόιδευε χωρίς να ξέρει πώς είναι τα βατράχια. «Είμαι πολύ μεγάλος για τα πόδια των βατράχων!» συλλογίστηκε. Γύρισε και κοίταξε από μακριά την παπουτσούπολη. Ήταν πολύ όμορφη πόλη! Οι παπουτσοθήκες φάνταζαν πολύ όμορφες από μακριά με τα έντονα χρώματα. Το βλέμμα του έπεσε στον φιδίσιο δρόμο που οδηγούσε στο έλος και είδε τον μπαμπά του και τη μαμά του να τρέχουν. Όταν πλησίαζαν κατάλαβε πως τα πρόσωπά τους πρόδιδαν μεγάλη αγωνία. Ο Μποτούλης έτρεχε από πίσω, κρατώντας την Μποτούλα από το κορδόνι, που έτρεχε και αυτή, κάπως ατσούμπαλα, γιατί ήταν μικρούλα.
-Αρβύλα, Αρβύλα!Πού είσαι Αρβύλα, απάντησε μας, άκουγε τις φωνές τους.
Για μια στιγμή κρύφτηκε πίσω από έναν θάμνο. Δεν ήξερε αν ήθελε να παραδοθεί και να γυρίσει πίσω. Ήθελε να τους δει να τον αναζητούν, να διαπιστώσει αν πραγματικά τον αγαπάνε. Να του ζητούσε ο Μποτούλης συγνώμη και τέλος ήθελε να δει την μικρή του αδελφή, σαν να μεγάλωσε μέσα σε μια μέρα και τώρα περπατούσε λίγο άτσαλα αλλά τόσο χαριτωμένα με τα τακουνάκια της να αντηχούν!
Πέρασαν μπροστά από το θάμνο και συνέχισαν προς το έλος. Ένας βάτραχος ξεπήδησε και ο Μποτούλης τρόμαξε.
-Φύγε, φύγε από πάνω μου! ούρλιαξε. Μαμά, μπαμπά, κάντε κάτι! Βοηθήστε με! Γυρίστε πίσω, εγώ είμαι ο πρωτότοκος, όχι ο Αρβύλας! συνέχισε να φωνάζει.
Όμως ο μπαμπάς του και η μαμά του δεν έδιναν σημασία στα κλαψουρίσματά του, στις ζήλιες και τα καμώματα. Έψαχναν να βρουν τον Αρβύλα, έψαχναν παντού, φώναζαν και τον καλούσαν να έρθει κοντά τους. Και τότε ο Αρβύλας αποφάσισε να παραδοθεί στην αγκαλιά τους.
-Μαμά, μπαμπά, εδώ είμαι! Φώναξε και έτρεξε καταπάνω τους.
«Όχι, Αρβύλα, πρέπει να ξεκαθαρίσεις πως σε αγαπάνε», άκουσε την εσωτερική φωνή του και σταμάτησε.
-Θέλω πρώτα να σας πω κάποια πράγματα, να ξαλαφρώσω. Με ονομάσατε Αρβύλα γιατί σας θύμισα τις στρατιωτικές αρβύλες, γιατί δεν είμαι σαν εσάς, είμαι καταπράσινος και διαφορετικός. Ποτέ δεν με αγαπήσατε όπως τον Μποτούλη και την Μποτούλα, πάντα δίκιο στον Μποτούλη δίνατε και ας με κορόιδευε πάντα πως προορίστηκα για πόδια βατράχου…
-Για σταμάτα, διέκοψε ο μπαμπάς Μπότας. Είσαι το παπουτσάκι μας και εμείς δεν ξεχωρίζουμε τα παιδιά μας.
Η μαμά Μποτίνα κοιτούσε το δευτερότοκο παπουτσάκι της, πρώτη φορά με τόση στοργή. Ένιωθε τύψεις που το καταπράσινο μποτάκι της, αυτό το πανέμορφο και ξεχωριστό μποτάκι, αισθάνθηκε τόση μεγάλη απόρριψη από την ίδια. Το πλησίασε και το αγκάλιασε σφιχτά.
-Αρβυλάκι μου γλυκό, του είπε, σου ζητώ συγνώμη για όσα σε πλήγωσαν, κάνουμε και οι γονείς λάθη, μάλλον κάνουμε μόνο οι γονείς λάθη. Και ξέρεις ποιο είναι το μεγαλύτερο λάθος; Πως αφήνουμε το χρόνο να περνάει χωρίς να λέμε «σ’ αγαπώ».
Ο Αρβύλας την κοιτούσε με ανοιχτή τη σόλα. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, του φαινόταν όλα σαν όνειρο, η μαμά του τον αγαπούσε αληθινά, το ίδιο και ο μπαμπάς του που δύσκολα εκφράζεται με λόγια. Ο Μποτούλης όμως;
-Αρβύλα, πάντα σε ζήλευα γιατί είχες το πιο ωραίο πράσινο χρώμα! Δεν έμοιαζες κανέναν, γιατί ήσουν μοναδικός, και είσαι! Και όχι μόνο έχεις το πιο ωραίο, γυαλιστερό πράσινο χρώμα, χάρη σε εκείνη τη σπάνια πράσινη βροχή που έπεφτε την σπάνια μέρα που γεννήθηκες, είναι που δεν χρειάζεσαι λουστράρισμα, είναι που έχεις την μεγαλύτερη καρδιά των παπουτσιών, είναι που είσαι και ο καλύτερος αδελφός του κόσμου! Και ξέρεις γιατί; Γιατί ποτέ σου δεν με κορόιδεψες, όπως εγώ εσένα, ποτέ σου δεν με μείωσες στα μάτια των άλλων. Σου ζητώ συγνώμη…
Ο Αρβύλας δεν περίμενε πως ο αδελφός του θα έκανε τέτοια εξομολόγηση. Τον πλησίασε και τον αγκάλιασε, πρώτη φορά αγκαλιάζονταν τα δυο αδέλφια.  Τα τακουνάκια της Μποτούλας ακούστηκαν. Άνοιξαν την αγκαλιά τους και την βάλανε στη μέση. Πόσο ευτυχισμένα και αγαπημένα ήταν και τα τρία αδέλφια!
-Πάμε στην παπουτσοθήκη μας; Ή θα βραδιαστούμε με τους ξυπόλητους βρατράχους; Είπε ο μπαμπάς Μπότας και όλοι έσκασαν στα γέλια.
Η οικογένεια Μπότα, ενωμένη για πρώτη φορά, επέστρεψε στην παπουτσούπολη. Το σπιτικό τους τους περίμενε να τους φιλοξενήσει και εκεί να μοιραστούν τις οικογενειακές στιγμές τους. Ο Αρβύλας ήταν πιο ευτυχισμένος από ποτέ. Είχε δυο υπέροχους γονείς, δυο υπέροχα αδέλφια, και ένα μοναδικό γυαλιστερό πράσινο χρώμα που όλες οι μπότες θα ζήλευαν!

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017

Όταν ένα δένδρο...

το διήγημα διακρίθηκε με το 8ο βραβείο στον 1ο ηλεκτρονικό διαγωνισμό διηγήματος 2014 της εθελοντικής ομάδας δράσης "Ο τόπος μου" Ν.Πιερίας 
«Οι πόλεις ξεχωρίζουν από τις πλατείες τους» είχε πει, κλείνοντας το λόγο του, ο Δήμαρχος της πόλης την ημέρα των εγκαινίων της αναπλασμένης κεντρικής πλατείας. Οι παρευρισκόμενοι συμφώνησαν με ένα θερμό χειροκρότημα. Τα θαυμάσια γλυπτά καθώς και οι τέσσερις τοίχοι τοποθετημένοι, στις τέσσερις γωνίες της πλατείας με τοιχογραφίες, που αναπαριστούσαν τη φύση επιβεβαίωναν τη νέα αισθητική της πόλης. Μιας πόλης που προωθούσε την τάση της εποχής να δίνει αξία στα τεχνοκρατικά στοιχεία εις βάρος της φύσης, η οποία εξοστρακίζεται στο περιθώριο των οικισμών.

Περιμετρικά ένα ποτάμι κυλούσε πότε ορμητικά, πότε με ελάχιστο νερό, δημιουργώντας νησίδες ξεκούρασης για τα πτηνά. Πάντοτε όμως κυλούσε ανάμεσα από άχρηστα αντικείμενα που πετούσαν απερίσκεπτα οι κάτοικοι, ενώ τα υδροχαρή φυτά αναπτύσσονταν στις όχθες του, καταπίνοντας τα λύματα που χύνονταν χωρίς έλεγχο, συμπληρώνοντας την υποβαθμισμένη εικόνα του ποταμιού. Απέναντι, σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων, το πιο ψηλό βουνό της χώρας επέβαλλε την παρουσία του στο τοπίο, εμφανώς ενοχλημένο από τον αρνητικό προσανατολισμό των κτιρίων της πόλης. Χτισμένα με την «πλάτη» τους προς το βουνό, χωρίς κανένα άνοιγμα, χωρίς κανένα μπαλκόνι με θέα προς αυτό, έδειχναν την άρνηση των κατοίκων να θαυμάζουν το μυθικό βουνό, με τη χιονισμένη, σχεδόν όλο το χρόνο, κορυφή του. Καταφύγιο σπάνιων φυτικών ειδών, κωνοφόρων και φυλλοβόλων δένδρων, με φύση οργιάζουσα, περιφρονημένη και περιθωριοποιημένη, έστελνε το άρωμά του και την επιβλητική ομορφιά του στην, αδειανή από δένδρα, πόλη.    

Τα πρώτα χρόνια οι κάτοικοι συναντιόνταν στην κεντρική πλατεία, διοργάνωναν πολιτιστικές εκδηλώσεις, συνομιλούσαν καθήμενοι στα μεταμοντέρνα παγκάκια ή απλά χάζευαν τις τοιχογραφίες. Και μέσα σε όλο αυτό τον επιπόλαιο ενθουσιασμό για την καινούργια πλατεία, ένα φωτεινό πρωινό της άνοιξης, την εποχή που ανοίγουν οι ανθοφόροι οφθαλμοί και οι σπόροι φυτρώνουν μετά το λήθαργό τους, κάτω από ένα πλακίδιο, στο πιο κεντρικό σημείο της πλατείας, ένα φυτάριο ξεμύτισε, αργά αργά χωρίς κανένας να το αντιληφθεί. Μέρα με τη μέρα, στην αρχή διστακτικά και μουδιασμένα, με περισσό θάρρος αργότερα, μεγάλωνε και με τη δύναμη που του έδινε η φύση, κατάφερε να μετακινήσει το χαλαρά τοποθετημένο πλακίδιο και να επιβάλλει την ύπαρξή του.

Και όπως ήταν αυτονόητο για την πόλη αυτή, κανένας δεν το πρόσεξε ακόμη και όταν είχε ψηλώσει αρκετά. Το δενδρύλλιο έγινε δένδρο, συνεχίζοντας να μεγαλώνει και να απλώνει τα κλαδιά του. Το ριζικό του σύστημα εξαπλώθηκε ανάμεσα από τα θεμέλια των κτιρίων, ακολουθώντας το διακλαδιζόμενο, υπόγειο δίκτυο αγωγών, με ένα τρόπο που έγινε ένα με αυτό. Το καλοκαίρι απορροφούσε τις καυτές ακτίνες του ήλιου και δρόσιζε την πόλη. Το φθινόπωρο, ο αέρας φυσούσε μέσα από τα πυκνά κλαδιά του και το θρόισμα των φύλλων δημιουργούσε την πιο γλυκιά μουσική που συνόδευε το κάθε βήμα των περαστικών. Το χειμώνα αψηφούσε το κρύο και τραβούσε σα μαγνήτης όλες τις χιονονιφάδες, για να μην κλείνουν οι δρόμοι και να μη δυσανασχετούν οι κάτοικοι. Την άνοιξη τα άνθη του έπαιρναν τη δυσωδία των καυσαερίων και την αντικαθιστούσαν με το πιο ευωδιαστό άρωμα, που σκόρπιζε σε κάθε μπαλκόνι.

Παρά την προκλητική περιφρόνηση της ύπαρξής του, το δένδρο ανάσαινε μαζί με τους κατοίκους. Ακόμη και αν κανένας δεν το πότιζε παρά μόνο η βροχή, κανένας δεν του μιλούσε παρά μόνο ο αέρας, κανένας δεν το συντρόφευε παρά μόνο τα πουλάκια που φώλιαζαν στα κλαδιά του, αυτό ακούραστο, στήριζε με τις ρίζες του όλα τα κτίρια της πόλης, τίναζε τα κλαδιά του, ώστε τα φύλλα του να μη λερώνουν τα πεζοδρόμια, σκόρπιζε τη γύρη μακριά για να μην ενοχλεί όσους ανέπνεαν με δυσκολία και ρουφούσε όλο το νερό της βροχής μην αφήνοντας την πόλη να πλημμυρίζει. Ήταν ένα υπερήφανο δένδρο.

Τα χρόνια πέρασαν και όπως καθετί καινούργιο στην πόλη αυτή των αδιάφορων κατοίκων, η πλατεία έπαψε να αποτελεί το νευραλγικό σημείο της πόλης, να κεντρίζει το ενδιαφέρον των περαστικών. Οι τοιχογραφίες ξεθώριασαν, τα γλυπτά αποτέλεσαν σημείο γραφής συνθημάτων και το παραδοσιακό πλακόστρωτο ποδοπατήθηκε και καταστράφηκε. Και όπως ο χρόνος κυλούσε, το δένδρο στο κέντρο της πλατείας παρέμενε το μοναδικό ζωντανό στοιχείο ανάμεσα σε φθαρμένα πλακάκια, σε κατεστραμμένα παγκάκια, σε σκουριασμένα σιντριβάνια. Μέχρι που η ανθρώπινη αλαζονεία επιβεβαιώθηκε, μετά από τριάντα χρόνια, με την πρόταση για ανάπλαση της πλατείας και την αναγκαστική εκρίζωση του παραμελημένου δένδρου. Το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε να προκηρυχτεί διαγωνισμός προκειμένου να υποβληθούν καινοτόμες ιδέες για την ανάπλαση μιας πλατείας. Οι αρχιτέκτονες πιάσανε μολύβια, χάρακες, μοιρογνωμόνια και διαβήτες για να σχεδιάσουν την καλύτερη πρόταση.

Οι φάκελοι κατέφθαναν στο Δημαρχείο ο ένας μετά τον άλλο έως την τελευταία μέρα του διαγωνισμού όπου ο ταχυδρόμος παρέδωσε έναν πράσινο φάκελο. Πετάχτηκε αδιάφορα στη στήλη με τις υπόλοιπες συμμετοχές, περιμένοντας τη στιγμή της αξιολόγησής του. Η επιτροπή διαγωνισμού εξέτασε τις υποψηφιότητες μία προς μία, ελέγχοντας εξονυχιστικά τα τεχνικά σχέδια, τις μακέτες, τις κατόψεις. Όλες οι προτάσεις των καταξιωμένων τεχνικών γραφείων υπόσχονταν μια πλατεία λειτουργική, μοντέρνα, σχεδιασμένη για τις ανάγκες μιας σύγχρονης πόλης, μια πλατεία χωρίς δένδρα. Ο πράσινος φάκελος έμεινε να ανοιχτεί και να αξιολογηθεί τελευταίος, τηρώντας τη σειρά πρωτοκόλλησής του. Μόνο που η μοναδική υπογραφή, ως στοιχείο ταυτοποίησης του ανώνυμου συντάξαντα, έθεσε σε προβληματισμό τα μέλη της επιτροπής για το αν έπρεπε να την αποδεχτούν ή να την απορρίψουν. Η άποψη ενός νεαρού αρχιτέκτονα επικράτησε και ο φάκελος ανοίχτηκε. Η ίδια έκπληξη αποτυπώθηκε στα πρόσωπα όλων, όταν διαπίστωσαν πως δεν περιελάμβανε μακέτες, ούτε τεχνικά σχέδια, ούτε κατόψεις. Το ίδιο ερώτημα ειπώθηκε μεμιάς όταν αντίκρισαν το περιεχόμενό του «Μια ζωγραφιά;»

Απέμειναν να την παρατηρούν, αντιλαμβανόμενοι πως το θέμα της ζωγραφιάς ήταν το μοναδικό δένδρο της πόλης τους, ένα δένδρο στο οποίο ποτέ δεν είχαν δώσει ιδιαίτερη προσοχή. Και όπως όλοι διερευνούσαν τις λεπτομέρειες, συγκλίνανε στην άποψη πως δεν ήταν απλά ένα δένδρο που είχε φυτρώσει τυχαία στην πλατεία, αλλά το κέντρο και το στήριγμα όλης της πόλης. Είδαν τις διακλαδώσεις του ριζικού του συστήματος, τις σκιάσεις στο πλακόστρωτο, τα υπέροχα πράσινα φύλλα και μετά παρατήρησαν πως το δένδρο αποτελούσε κατοικία για ζώα και έντομα, τη μοναδική κατοικία της πόλης με κατοίκους τόσο διαφορετικούς από αυτούς. Και τότε ο καθένας έστρεψε, με πρωτόγνωρη ταπεινότητα, το βλέμμα του προς το παράθυρο. Το δένδρο πίσω από την τζαμαρία, εξέπεμπε την ίδια ομορφιά όσο και στη ζωγραφιά. Οι διακριτικοί του κάτοικοι ξεπρόβαλλαν μέσα από τα κλαδιά και επέστρεφαν σε αυτό, το φως περνούσε μέσα από το φύλλωμα σχηματίζοντας παράξενες φωτοσκιάσεις στο έδαφος, τα κίτρινα φύλλα στροβίλιζαν στον αέρα και απομακρύνονταν μακριά με τη βοήθεια ενός αόρατου ρεύματος αέρα.

Ο προβληματισμός που ακολούθησε καθυστέρησε τη διαδικασία αξιολόγησης. Μέχρι πριν λίγο η σκεπτική όλων ήταν να εκριζωθεί το δένδρο. Η ζωγραφιά όμως ήρθε να ανατρέψει αυτό που όλοι είχαν οραματιστεί, καταλήγοντας να ψιθυρίσουν ταυτόχρονα «το δένδρο μας». Κανένας δεν ξεστόμισε τη λέξη εκρίζωση, κανένας δεν τόλμησε να σκεφτεί πως η πλατεία θα μπορούσε να υπάρχει χωρίς το δένδρο. Ο τελευταίος και πιο υποτιμημένος φάκελος είχε κερδίσει το διαγωνισμό. Μια απλή ζωγραφιά έφερε στο επίκεντρο ένα δένδρο που χρόνια τώρα με την παρουσία του στήριζε όλη την πόλη. Η ομορφιά του ήταν απαράμιλλη και η αναγκαιότητα συνέχισης της ύπαρξής του αδιαμφισβήτητη. Η απόφαση να τιμηθεί με μια λαμπρή εκδήλωση πάρθηκε ομόφωνα.

Οι ετοιμασίες ξεκίνησαν την επομένη, το εργοτάξιο στήθηκε και οι εργάτες αντικατέστησαν ότι κατεστραμμένο είχε αφήσει το πέρασμα του χρόνου. Τα μηχανήματα διέρχονταν προσεκτικά μπροστά από το δένδρο για να μην προκαλέσουν κάποια ζημιά στην κόμη του. Τα φωτιστικά που τοποθετήθηκαν ήταν διακριτικά, για να μην ενοχλούν τους κατοίκους του δένδρου και τα καινούργια ξύλινα παγκάκια τοποθετήθηκαν κυκλικά γύρω από αυτό, δηλώνοντας τον κεντρικό του ρόλο στην πλατεία. Μόλις οι εργασίες αποπερατώθηκαν και όλα ήταν έτοιμα, ορίστηκε η ημερομηνία των εγκαινίων.

Κανένας δεν προβληματίστηκε ποιος θα παραλάμβανε το βραβείο, ούτε ποιος κρυβόταν πίσω από την υποψηφιότητα του φακέλου. Ο ενθουσιασμός της ανακάλυψης του θησαυρού της πόλης παραμέριζε κάθε άλλη σκέψη. Επιλέχθηκε η τελετή να γίνει ώρα μεσημεριανή, έτσι ώστε να θαυμάσουν όλοι την ομορφιά του δένδρου, μέσα από το άπλετο φως του ήλιου. Ο Δήμαρχος στο λόγο του εκθείασε το δένδρο και την προσφορά του όλα αυτά τα χρόνια της ύπαρξής του στην πόλη, ακόμη και αν ο ίδιος είχε προτείνει στο Δημοτικό Συμβούλιο πριν λίγο καιρό την εκρίζωσή του. «Οι πόλεις ξεχωρίζουν από τις πλατείες τους» είπε όπως ο προγενέστερος Δήμαρχος με τον ίδιο στόμφο και συμπλήρωσε «και οι πλατείες ξεχωρίζουν από τα δένδρα τους».

Όσο μιλούσε, με τα πιο κολακευτικά λόγια, το βλέμμα του διερευνούσε τα πρόσωπα των παρευρισκομένων για να βρει κάποιο σημάδι, που θα αποκάλυπτε τον άνθρωπο που κατάφερε να αλλάξει τη νοοτροπία των ανθρώπων μιας ολόκληρης πόλης. Μη μπορώντας όμως να διακρίνει κάτι το ξεχωριστό στα ομοιόμορφα γελαστά πρόσωπα, απέδωσε το μυστήριο που αιωρούνταν στην τύχη. «Φαίνεται σε κάποια άλλη πόλη υπάρχουν στις πλατείες δένδρα που αφήνουν τους σπόρους τους να ταξιδέψουν και να μεταφέρουν το μήνυμα ότι πλατεία χωρίς δένδρο δεν είναι όμορφη πλατεία και πόλη χωρίς δένδρα δεν είναι βιώσιμη πόλη» είπε τελειώνοντας το λόγο του, αγνοώντας τα εξορισμένα δένδρα του γειτονικού, μυθικού βουνού.

Οι προσκεκλημένοι χειροκρότησαν θερμά, όπως συνηθίζουν στις ομιλίες των τοπικών αρχόντων και άρχισαν σιγά σιγά να αποχωρούν. Ήταν ευχαριστημένοι με την πρωτότυπη ανάπλαση της πλατείας αλλά και προβληματισμένοι για την ανάγκη να συμμετέχουν πλέον ενεργά σε εθελοντική βάση σε δράσεις για την ανάπτυξη της πόλης τους.  Μόνο ένας κύριος, που σε όλη τη διάρκεια της γιορτής έστεκε διακριτικά παράμερα, σαν να μην ήθελε κανένας να τον βλέπει να χαμογελάει, πλησίασε προς το δένδρο. Έσκυψε και έκατσε με την πλάτη στη βάση του κορμού. Έβγαλε από το σακίδιό του το μπλοκ ζωγραφικής και το καρβουνάκι του και συνέχισε το μισοτελειωμένο σχέδιό του. Και όσο σκίτσαρε με το καρβουνάκι, δίνοντας όλες τις λεπτομέρειες του δένδρου, αναπολούσε.

Ήταν τότε που, με την παρορμητικότητα της νιότης του, εργάτης στο έργο ανάπλασης της πλατείας, βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα δίλημμα. Καθώς τοποθετούσε το τελευταίο πλακάκι στο κεντρικότερο σημείο της πλατείας ο βουνίσιος αέρας έριξε μπροστά του έναν σπόρο. Στην αρχή δίστασε, αλλά δεν καθυστέρησε να αποφασίσει. Σε αυτήν την αφιλόξενη, για τα δένδρα, πόλη, τόλμησε να τοποθετήσει απαλά, χωρίς την απαραίτητη κόλλα, το τελευταίο πλακίδιο και να φυτεύσει κρυφά τον θεόσταλτο σπόρο κάτω από αυτό, με την ελπίδα το φυτάριο με τη νεανική του ορμή να το τινάξει και να επιβάλλει την ύπαρξή του. Και το φυτάριο έκανε το θαύμα του. Άνθρωπος και δένδρο κατάφεραν να αλλάξουν τους ανθρώπους μιας πόλης, κατάφεραν να αλλάξουν την ίδια την πόλη. Ο άνθρωπος χρειάστηκε να κάνει μία και μόνο κίνηση, το δένδρο έπρεπε να τα καταφέρει να επιβιώσει στο κέντρο μιας απρόσωπης πόλης. Μαζί την έκαναν ξεχωριστή, γνωστή στον κόσμο ως την πόλη με το ένα και μοναδικό δένδρο.

…………………………………..

-Ωραία η ιστορία γιαγιά! Είπε η μικρή εγγονή προσπαθώντας να κρατήσει ανοιχτά τα νυσταγμένα της μάτια.

-Αλήθεια αυτή η πόλη υπάρχει γιαγιά; Είναι αληθινή; Συνέχισε όλο απορία.

-Λένε πως αυτή η ιστορία είναι αληθινή, πως η πόλη υπάρχει κάπου, αλλά κανείς δεν ξέρει πού ακριβώς. Όπως και αν έχει όμως ένα είναι σίγουρο. Οι κάτοικοι αυτής της πόλης την επόμενη μέρα των εγκαινίων, άρχισαν να φυτεύουν δένδρα παντού, στις αυλές, στα πεζοδρόμια, στις πλατείες. Μάλιστα, επειδή τον καιρό εκείνο ήταν περίοδος οικονομικής κρίσης, φυτέψανε οπωροφόρα σε πλατειούλες, λωτούς, νεραντζιές, μηλιές, ροδακινιές, κερασιές …. Τα παρτέρια γεμίσανε λουλούδια που μοσχοβολούσαν και όταν το φθινόπωρο τα κίτρινα φύλλα έπεφταν, σκουπίζανε τους δρόμους χωρίς γκρίνια αλλά με χαρά. Απομάκρυναν τα σκουπίδια από το ποτάμι και σταμάτησαν να το ρυπαίνουν με ακαθαρσίες. Κατασκευάσανε από μόνοι τους πολύχρωμα παγκάκια και τα σαββατοκύριακα κάνανε βόλτες με τα ποδήλατά τους κατά μήκος της όχθης, ανακαλύπτοντας τις ομορφιές της φύσης και των συνοικιών της πόλης τους. Ανοίξανε παράθυρα προς το βουνό, χτίσανε όλα τα καινούργια σπίτια με τα μπαλκόνια στραμμένα προς αυτό. Όσο για την κεντρική πλατεία, το δένδρο υποστυλώθηκε, γιατί περάσανε τα χρόνια και άρχισε να γέρνει, ενώ οι παραφυάδες του φυτεύτηκαν σε διάφορα σημεία της πλατείας για να διαιωνίσουν το είδος του. Οι κάτοικοι ήταν πραγματικά ευτυχισμένοι και αυτό φαινόταν στα πρόσωπά τους. Ήταν τόσο υπερήφανοι για τον τόπο τους, ώστε σε όποιο μέρος της γης και αν ταξίδευαν, με όποιον άνθρωπο και αν συνομιλούσαν αναφέρονταν στην πόλη τους ως «ο τόπος μου»

Η μικρή έκλεισε τα μάτια της και κοιμήθηκε. Δεν είχε ακούσει πιο ωραία και πιο παράξενη ιστορία. Η γιαγιά της την σκέπασε και της ψιθύρισε:

-Κοιμήσου γλυκιά μου, αύριο θα πάμε στη δενδροφύτευση του Πέλεκα, θα κάνουμε και εμείς τον τόπο μας μαγικό, όπως τον τόπο αυτής της μοναδικής πόλης.

Κλείνοντας το παράθυρο, πήρε μια βαθιά ανάσα. Θυμήθηκε τότε που ήταν μικρή και πήγαινε βόλτα με τον πατέρα της στην πλατεία για να παίξει γύρω από το γέρικο δένδρο, θυμήθηκε τότε που σκαρφάλωνε στα δένδρα για να γευτεί ξινά τζιρνίκια και γλυκούς, χειμωνιάτικους λωτούς, θυμήθηκε τότε που ο πατέρας της είχε γκρεμίσει τον τοίχο για να τοποθετήσει ένα παράθυρο που να κοιτάει στον Όλυμπο, θυμήθηκε τις υπέροχες ζωγραφιές με θέμα το δένδρο της πλατείας, που τώρα διακοσμούσαν το σαλόνι της. Αυτός ήταν ο τόπος της, ο τόπος που άλλαξε με τη βοήθεια του πατέρα της και μετέπειτα με την προσπάθεια όλων των κατοίκων και του Δημάρχου. Ήταν ο τόπος που πάντα αγαπούσε και τώρα θα μετέδιδε την αγάπη αυτή στη μικρή της εγγονή.    

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2017

Ο σπόρος και το σποράκι





Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας σπόρος σιταριού, λαμπερός, με υπέροχο κίτρινο χρώμα και άψογο, οβάλ σχήμα, με καταγωγή αριστοκρατική. Η μαμά του και ο μπαμπάς του ήταν δύο πολύ καλές και διάσημες ποικιλίες σιταριού. Ο σπόρος αυτός όταν θα φύτρωνε, θα έδινε ένα δυνατό, ψηλό και περήφανο φυτό σιταριού. 
Όπως το έσπειρε ο γεωργός, με την ειδική σπαρτική μηχανή, ο λαμπερός, με υπέροχο κίτρινο χρώμα και άψογο, οβάλ σχήμα σπόρος έπεσε δίπλα σε ένα σποράκι, μικρούλι και άσημο. Το χρώμα του ήταν ξεφτισμένο γκρι και το σχήμα του ήταν τόσο, μα τόσο παράξενο! Δεν μπορούσες να το πεις ούτε στρογγυλό, ούτε οβάλ, ούτε κυλινδρικό, αλλά ούτε και πυραμίδα. Ο σπόρος σαν το είδε στην αρχή αδιαφόρησε και δεν του έδωσε καθόλου προσοχή. Εξάλλου δεν έπρεπε να χάνει το χρόνο του για να μιλάει σε άγνωστα και άσημα σποράκια. Σκοπός της ζωής του ήταν να κρατήσει δυνάμεις και να φυτρώσει μαζί με τους άλλους συνομήλικους σπόρους. Ένα πρωί όμως ο σπόρος δεν άντεξε και του είπε:
-Εσύ σποράκι μικρό από πού ήρθες; Ποια είναι η καταγωγή σου; Ποια είναι η μαμά σου και ο μπαμπάς σου;
Το μικρό σποράκι δεν ήξερε τι να απαντήσει. Δεν θυμόταν καλά καλά τη μαμά του ούτε τον μπαμπά του κι έτσι του απάντησε στεναχωρημένο:
-Δεν θυμάμαι ποιος είναι ο μπαμπάς μου κι η μαμά μου, το μόνο που θυμάμαι είναι πως η μαμά μου, όπως φυσούσε ο άνεμος και με έπαιρνε μακριά της, με συμβούλεψε: «Σποράκι μου μικρό, να ταξιδέψεις σε μέρη μακρινά και να φυτρώσεις εκεί όπου εσύ θα επιλέξεις, μόνο να φροντίσεις στο μακρινό σου ταξίδι να κάνεις φίλους, φίλους αληθινούς που θα σε αγαπάνε».
-Φίλος; Τι θα πει φίλος; Εμένα κανένας δε μου μίλησε για φίλους. Δεν ξέρω τι σημαίνει φίλος, απάντησε ο λαμπερός, με υπέροχο κίτρινο χρώμα και άψογο οβάλ σχήμα σπόρος.
Το μικρό και άσημο σποράκι έμεινε άφωνο. Πρώτη φορά στη ζωή του είχε συναντήσει κάποιον που δεν είχε κάνει φίλους, που δεν ήξερε τι σημαίνει να έχεις φίλους.
-Δεν ξέρεις τι σημαίνει φίλος; Εγώ το μόνο που έχω σε αυτή τη ζωή είναι πολλοί και καλοί φίλοι. Από τότε που έφυγα από τη μαμά μου και με παρέσυρε ο άνεμος, έπεσα στο έδαφος. Από εκεί με πήρε ένα πουλί στο στόμα του και ταξιδεύαμε μαζί. Πετούσαμε ψηλά στον ουρανό και βλέπαμε βουνά, κοιλάδες, πεδιάδες, ποτάμια. Γίναμε φίλοι, φίλοι παντοτινοί. Όταν με άφησε στο χώμα, γνώρισα ένα σκιουράκι. Κόλλησα στο τρίχωμά του και μαζί πηδούσαμε από δένδρο σε δένδρο και από κλαδί σε κλαδί. Γίναμε φίλοι, φίλοι παντοτινοί. Έπειτα, όταν αποκολλήθηκα από το τρίχωμά του, το αποχαιρέτησα και γνώρισα ένα σκαθάρι, που με μετέφερε στη φωλιά του. Εκεί παίξαμε μαζί ώρες ατελείωτες. Γίναμε φίλοι, φίλοι παντοτινοί. Έφυγα όμως και από εκεί, όπως φύσηξε μια μέρα ένας αέρας δυνατός και παρέα με ένα ξερό φυλλαράκι πετούσαμε μια ψηλά και μια χαμηλά. Γίναμε αμέσως φίλοι, φίλοι παντοτινοί και στο τέλος έπεσα σε αυτό το σημείο δίπλα σε εσένα. Το φυλλαράκι συνέχισε το ταξίδι του, εγώ όμως έπρεπε να ξεκουραστώ για να φυτρώσω.
-Φίλος δηλαδή είναι αυτός που ταξιδεύεις μαζί του, που παίζεις, που έχεις κοινές εμπειρίες…, είπε δειλά ο σπόρος.
-Ακριβώς! 
-Εγώ όμως δεν έχω περιθώρια να γίνω φίλος με κανέναν. Οι εντολές που μας δώσανε είναι να κρατήσουμε όλη την ενέργειά μας για να φυτρώσουμε και να δώσουμε δυνατά φυτά σιταριού.
-Το να κάνεις κάποιον φίλο σου δεν σημαίνει πως θα κουραστείς. Το μόνο που χρειάζεται είναι να δώσεις αγάπη.  
-Αγάπη; Άλλο πάλι και τούτο. Τι σημαίνει αγάπη; ρώτησε ο σπόρος.
-Αγάπη σημαίνει να νοιάζεσαι και να φροντίζεις, να γελάς και να παίζεις με τον φίλο σου και να δακρύζεις όταν είναι λυπημένος.
-Μπορούμε λοιπόν να γίνουμε φίλοι; Θα ήθελα πριν φυτρώσω να έχω κάνει έστω και έναν φίλο, απάντησε ο σπόρος και αμέσως ένιωσε να φτεροκοπά η καρδιά του από αγάπη για το μικρό  κι άσημο σποράκι.
Οι σπόροι αγκαλιάστηκαν. Μίλησαν για τη ζωή τους πριν βρεθούν στον αγρό. Ο σπόρος είπε στο σποράκι πως οι επιστήμονες, έπειτα από πολλές πολλές προσπάθειες, δημιούργησαν τη βελτιωμένη ποικιλία σιταριού. Πως μαζί με αυτό βγήκαν πολλοί άλλοι σπόροι, πως οι άνθρωποι τους βάλανε σε σακούλες ειδικές, τις πουλήσανε στους αγρότες και αυτοί με τη σειρά τους μια μέρα τους ρίξανε όλους μαζί σε μια μεγάλη μηχανή, σπαρτική μηχανή την αποκαλούν οι άνθρωποι, και τους έσπειραν στον αγρό.
Στο σποράκι φάνηκαν πολύ παράξενα και πρωτόγνωρα όλα αυτά που άκουγε. Η ζωή του ήταν πιο απλή. Αφηγήθηκε στον σπόρο πως γεννήθηκε μετά τη γονιμοποίηση του άνθους της μαμάς του από τη γύρη του μπαμπά του, με τη βοήθεια του ανέμου. Δεν μεσολάβησαν επιστήμονες, εργοστάσια και μηχανές. Όλη τη ζωή του την πέρασε μέσα στη φύση, παρέα με τα ζώα και τα φυτά.
Τα σποράκια είπαν κι άλλα πολλά, είχαν γίνει πλέον φίλοι. Είχαν μοιραστεί τις αναμνήσεις τους και είχαν προσφέρει το ένα στο άλλο λίγη ζεστασιά. Κι αυτή η ζεστασιά έκανε τις κοτυληδόνες τους να ξεπροβάλλουν. Τα μικρά φυτάρια δεν άργησαν να ξεπροβάλλουν από το έδαφος. Ο λαμπερός, με άψογο οβάλ σχήμα και υπέροχο κίτρινο χρώμα σπόρος έδωσε ένα φυτό σιταριού όμοιο με πολλά άλλα. 
Το μικρό και άσημο σποράκι έδωσε ένα φυτό, από αυτά που οι αγρότες αποκαλούν ζιζάνια. Το φυτό αυτό δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο. Δεν ήταν ούτε μεγάλο ούτε μικρό, ούτε όμορφο ούτε άσχημο, δεν είχε ούτε μεγάλα φύλλα ούτε μακρύ βλαστό. Ήταν όμως ο φίλος του σιταριού. Τα άλλα σιταράκια το περιγελούσαν που δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο. Το σιτάρι όμως ήταν ο φίλος του και έτσι το ζιζάνιο δε στενοχωριόταν, είχε έναν φίλο να του συμπαραστέκεται και να το αγαπάει. 
Ο καιρός πέρασε και ήρθε η εποχή της ανθοφορίας. Τα μπουμπούκια φούσκωσαν και με τη ζεστασιά των ηλιαχτίδων άνοιξαν. Το άνθος του ζιζανίου ήταν μεγάλο και εντυπωσιακό, με ένα υπέροχο κόκκινο χρώμα και πέταλα αέρινα, διάφανα, που το έκανε να ξεχωρίζει στον σιταγρό. Το σιτάρι έδωσε το στάχυ του, ίδιο με το στάχυ των άλλων σιταριών.
Ο αγρότης που επισκεπτόταν καθημερινά τον αγρό του, διέκρινε το κόκκινο λουλούδι του ζιζανίου.
-Τι όμορφη παπαρούνα! θαύμασε.
Η  παπαρούνα παρέμεινε στον αγρό, με το σιτάρι να στέκει περήφανο δίπλα του. Ο άνεμος κουνούσε τα φύλλα τους και τα δύο φυτά χορεύανε στο ρυθμό του. Οι βλαστοί τους αγκαλιάζονταν και τα φυλλαράκια τους αγγίζονταν. Ο καιρός πέρασε γρήγορα και τα φυτά έδωσαν σπόρους. Η παπαρούνα και το σιτάρι, οι δύο φίλοι παντοτινοί, συμβούλεψαν με μια φωνή τα σποράκια τους:
-Σποράκια, να ταξιδέψετε σε μέρη μακρινά και να φυτρώσετε εκεί που θα επιλέξετε εσείς, μόνο να φροντίσετε στο μακρινό σας ταξίδι να κάνετε φίλους, φίλους αληθινούς. 
Κι ο αέρας τούς πήρε μακριά και τους ταξίδεψε σε άλλα μέρη, άγνωστα, όπου με τη σειρά τους θα φύτρωναν κι αυτά, για να δώσουν με τη σειρά τους ένα στάχυ και μία πανέμορφη, κατακόκκινη παπαρούνα. 






Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017

Άρνι, ένας μικρός Εσκιμώος



Μια φορά και έναν παγωμένο καιρό, σε μια χώρα μακρινή και παγωμένη, εκεί όπου οι πάγοι δεν λιώνουν ποτέ, ζούσε ένας μικρός Εσκιμώος, ο Άρνι, με τους γονείς του και τον μεγαλύτερο αδελφό του. Στη χώρα του, τη Γροιλανδία, η ζωή ήταν σκληρή και δύσκολη. Κατοικούσε σε ένα ιγκλού, λιτό, με προβιές στο πάτωμα, λίγα κουζινικά σκεύη και τα παιχνίδια του Άρνι, φτιαγμένα από κόκκαλα ψαριών και φαλαινών. Έπαιζε ώρες ατελείωτες ο μικρός δίπλα στη μαμά του, που έραβε ρούχα από δέρματα ζώων. Το βράδυ, όταν γυρνούσε ο μπαμπάς του με τον αδελφό του, κούρνιαζε στην αγκαλιά τους και άκουγε με γουρλωμένα μάτια τις ιστορίες που έλεγε ο αδελφός του από το κυνήγι της φώκιας. Οι ιστορίες ζωντάνευαν στο μυαλό του και φανταζόταν τον μεγάλο του αδελφό, δυνατό και γενναίο, να παλεύει και να βγαίνει νικητής. Αγωνιούσε να μεγαλώσει και αυτός και να  τους ακολουθήσει στο κυνήγι.

Τα χρόνια πέρασαν γρήγορα και ο Άρνι μεγάλωσε. Ο μπαμπάς του του ανακοίνωσε πως την επομένη θα τους συνόδευε στο κυνήγι. Ενθουσιάστηκε ο μικρός. Έβαλε στην άκρη τα παιχνίδια του, έτριψε τη μυτούλα του στη μύτη της μαμάς του και ξάπλωσε στην αγκαλιά της. Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκε. Φανταζόταν πως θα άνοιγε μια μεγάλη τρύπα στον πάγο, πως μια φώκια θα εμφανιζόταν με τα μεγάλα μουστάκια της και τα αμυγδαλωτά μάτια και μετά αυτός… μετά αυτός τι; Η σκέψη του σταματούσε εκεί. Το πρωί, αφού έφαγε ένα κομμάτι κρέας, φόρεσε το καινούριο πανωφόρι του και όλο καμάρι, ανέβηκε στο έλκηθρο. Τα χάσκι έτρεχαν γρήγορα, ο μπαμπάς με τον αδελφό του κοιτούσαν μπροστά, στον ορίζοντα. Για τον Άρνι ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Πρώτη φορά έφευγε από το ιγκλού και τη μαμά του. Παράξενη η αίσθηση της ελευθερίας. Ένιωθε να κατακτά τους πάγους, να διασχίζει την παγωμένη έρημο, να  ζει μια μεγάλη περιπέτεια.

Άφησε το βλέμμα του να ταξιδέψει μακριά και παρατήρησε μια πολική αρκούδα με τα δυο μικρά της. Έψαχνε και αυτή τροφή, μια τρύπα στον πάγο που θα είχαν αφήσει οι Εσκιμώοι. Όπως πλησίαζαν, αυτή άρχισε να τρέχει μαζί με τα μικρά της. Και τότε ο Άρνι σκέφτηκε πως και η δική του μαμά θα τον προστάτευε αν βρισκόταν κίνδυνο. «Οι άνθρωποι όμως δεν κινδυνεύουν από τίποτα» σκέφτηκε και άφησε το μυαλό του να τρέξει στις φάλαινες και τις φώκιες που σύντομα θα κυνηγούσαν.

Σύντομα το έλκηθρο σταμάτησε. Κατέβηκαν και οι τρεις και ο μπαμπάς με τον αδελφό του άρχισαν να χτυπάνε τον πάγο. Ο Άρνι παρατηρούσε. Άνοιξαν μια τρύπα και περίμεναν αμίλητοι. Μετά από λίγο εμφανίστηκε μια φώκια. Έβγαλε το κεφάλι της και ανέπνευσε αέρα. Τους κοίταξε με τα μεγάλα μάτια της και ο Άρνι ενθουσιάστηκε.

-Πόσο όμορφη είναι μπαμπά! Θαύμασε.

Η φωνή του έσπασε την σιωπή και η φώκια βούτηξε στο νερό.

-Δεν θα το ξανακάνεις αυτό, του είπε αυστηρά ο πατέρας του. Θα μπορούσα να την είχα σκοτώσει, συνέχισε. Θα είσαι σιωπηλός, εντάξει;

Ο Άρνι κατέβασε το κεφάλι του. «Αυτή την όμορφη φώκια θα σκότωνε ο μπαμπάς μου;» αναρωτήθηκε. Δεν είπε τίποτα. Η διάθεσή του άλλαξε, δεν ήθελε να παραμείνει στο κυνήγι. Ήθελε να φύγει, να τρέξει, να φωνάξει. Όμως παρέμεινε εκεί, ασάλευτος. Ο πατέρας του με τον αδελφό του έστεκαν με τα όπλα τους σε ετοιμότητα. Πρώτη φορά ο Άρνι έβλεπε τον πατέρα του και τον αδελφό τους να έχουν τόσο ψυχρό βλέμμα. Όταν γυρνούσαν τα βράδια στο ιγκλού η όψη τους ήταν γλυκιά, ζεστή, τώρα ήταν σοβαροί, αυστηροί, σκληροί. Ο Άρνι προσευχόταν να μην εμφανιστεί η φώκια ξανά. Μόνο που επικράτησε η προσευχή των μεγάλων και το ίδιο όμορφο καστανό πρόσωπο, με τα αμυγδαλωτά μάτια και τα μεγάλα μουστάκια έκανε την εμφάνισή του στην τρύπα του πάγου. Και λογικό ήταν. Η φώκια ήθελε να αναπνεύσει. Αν θα μπορούσε θα έβγαινε με τα μικρά της να παίξει μαζί τους. Για μια στιγμή ο Άρνι την κοίταξε. Έκλεισε τα μάτια, δεν ήθελε να είναι θεατής σε ό,τι θα συνέβαινε. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια και άκουσε ένα μπαμ. Η καρδιά του αναρρίγησε. Άραγε την πέτυχε το βόλι; Δεν ακούστηκε κραυγή. Ούτε όμως και το σφύριγμα της φώκιας. Συνέχιζε να κρατάει σφαλιστά τα μάτια του. Ήθελε να κλείσει και τα αυτιά του, να μην ακούει τίποτα και κανέναν. Άκουσε όμως τον αδελφό του που τον κάλεσε να τον βοηθήσει.  

-Μεγάλωσες Άρνι, έλα να φας το συκώτι, μην κάνεις σαν μωρό.

Ο Άρνι δεν πλησίασε, ούτε άνοιξε τα μάτια, ούτε έφαγε.

Το θήραμα φορτώθηκε στο έλκηθρο και πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Ο Άρνι κοιτούσε τώρα το τοπίο και όλα του φαίνονταν διαφορετικά. Έψαχνε με το βλέμμα του την πολική αρκούδα όμως δεν την βρήκε πουθενά. «Θα βρήκε άραγε τροφή να ταϊσει τα μικρά της;» αναρωτήθηκε. Κοιτούσε τον πατέρα του και τον αδελφό του που κάθονταν στα μπροστινά καθίσματα. Δικαιολόγησε την σκληρότητά τους γιατί μόνο με αυτόν τον τρόπο εξασφάλιζαν την επιβίωση τη δική του και της οικογένειας. Γιατί να μην υπήρχε ένας άλλος τρόπος να επιβιώσουν; Διέκρινε το ιγκλού στο βάθος. Μια πολική αρκούδα πλησίαζε μαζί με τα δυο μικρά της. Άκουσε τον πατέρα του που απευθύνθηκε στον αδελφό του. Ένιωσε μια αγωνία να κυριαρχεί και στους δυο. Τα χάσκι έτρεχαν πιο γρήγορα τώρα. Έπρεπε να προλάβουν. Η αρκούδα ήταν πεινασμένη, πλησίαζε επικίνδυνα το σπίτι τους. Μέσα θα ήταν η μητέρα του που θα έραβε αμέριμνη τα δέρματα ή θα ξάπλωνε να ξεκουραστεί. Ο πατέρας του φώναζε τα σκυλιά να τρέξουν ακόμη πιο γρήγορα. Διαισθάνθηκαν και αυτά τον κίνδυνο στη φωνή του αφεντικού τους και τρέχανε με όλες τους τις δυνάμεις. Η αρκούδα είχε μπει σχεδόν η μισή στο ιγκλού. Ήταν αδυνατισμένη από τη μακρόχρονη πείνα και μπορούσε να περάσει από το στενό άνοιγμα. Το έλκηθρο γλιστρούσε στον πάγο. Τα δευτερόλεπτα περνούσαν βασανιστικά αργά. Η απόσταση έμοιαζε τεράστια. Η αγωνία πάγωσε τα πρόσωπα και των τριών.

-Μαμά! Ακούστηκε η φωνή του μικρού Άρνι. Όχι τη μαμά μου, φώναξε δυνατά.

Το έλκηθρο έφτασε έξω από το ιγκλού. Ο πατέρας του κατέβηκε, ο μεγάλος αδελφός και ο Άρνι έμειναν αγκαλιασμένοι στο έλκηθρο. Πλησίασε με το όπλο οπλισμένο, μπήκε στο ιγκλού και μετά την εκπυρσοκρότηση η πολική αρκούδα κείτονταν νεκρή. Και η μαμά τους; είχε προλάβει να σωθεί από τα δόντια της πολικής αρκούδας;

-Άρνι, όπως βλέπεις η επιβίωσή μας είναι σκληρή. Αν αργούσαμε έστω και μισό λεπτό θα ήμασταν τώρα εμείς ορφανά, όχι αυτά τα δύο αρκουδάκια. Πρέπει να το καταλάβεις αυτό.  Και εγώ μικρός δεν ήμουν θαρραλέος, αναγκάστηκα όμως Άρνι, αναγκάστηκα να γίνω όπως θα αναγκαστείς και εσύ, του είπε ο αδελφός του και τον έσφιξε στην αγκαλιά του.

Ο Άρνι άκουγε σιωπηλός. Το καταλάβαινε, απλά ήταν ακόμη μικρός για να το δεχτεί. Κατέβηκαν και οι δυο από το έλκηθρο. Τα δυο μικρά αρκουδάκια τους κοιτούσαν στα μάτια. Δεν πρόλαβαν να φωνάξουν κάποιον να σώσει τη μαμά τους. Ο πατέρας τους έσυρε το πτώμα της μαμάς αρκούδας έξω από το ιγκλού. Την κοίταξαν τα μικρά της και έσκουξαν. Έμειναν δίπλα της κλαίγοντας σαν άνθρωποι. Τα κοιτούσε ο Άρνι και έκλαιγε και αυτός. Η μητέρα του Άρνι βγήκε και αγκάλιασε τα δυο παιδιά της.

-Άρνι, γλυκέ μου Άρνι, μην κλαις, τα δυο αρκουδάκια θα τα φροντίσουμε εμείς, τι λες;

Ο Άρνι συμφώνησε. Έτρεξε στο ιγκλού και έφερε κρέας φώκιας, όπως θα τους το έδινε η μητέρα τους. Τα χάιδεψε μάλιστα για λίγο, τα μίλησε, λόγια παιδικά, τρυφερά, γεμάτα αγάπη και μετά τα οδήγησε με τον αδελφό του μακριά. Θα συνέχιζαν μόνα τους πλέον. Η ζωή τους, όπως και του Άρνι είχε αλλάξει μια για πάντα.